Επί σκηνής

Loading...

Σάββατο, 9 Απριλίου 2011

Ο σαιξπηρικός Αμλετ και οι προϋποθέσεις μιας δύσκολης επιλογής


•Από τον Δήμο Μαρουδή
•Βιβλιοθήκη, Σάββατο 22 Ιανουαρίου 2011


ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΑΠΟ ΤΟ lookafter.wordpress.com


Είναι γνωστό πως ο Αμλετ είναι ένα από τα κορυφαία δράματα του Ουίλιαμ Σαίξπηρ. Αυτό που δεν είναι τόσο γνωστό είναι πως το εν λόγω έργο είναι το κατεξοχήν δράμα του Σαίξπηρ που προσφέρεται για αλλεπάλληλες ερμηνείες, με αποτέλεσμα κάθε προσέγγιση του έργου να συνιστά και μια ερμηνεία του σ’ ένα διαφορετικό επίπεδο και με διαφορετικούς όρους.

Συνοπτικά η υπόθεση του έργου έχει ως εξής: ο πατέρας τού Αμλετ, ο βασιλιάς της Δανίας, σ’ έναν νικηφόρο πόλεμο σκοτώνει τον βασιλιά της Νορβηγίας. Ενώ ο Φορτεμπράς, ο γιος του βασιλιά της Νορβηγίας, ετοιμάζεται για έναν νέο πόλεμο, ο βασιλιάς της Δανίας δολοφονείται από τον αδελφό του, ο οποίος σφετερίζεται έτσι τον θρόνο της Δανίας και παντρεύεται τη χήρα του σκοτωμένου βασιλιά. Οι αδελφοί των σκοτωμένων βασιλιάδων σταματούν τον πόλεμο. Κάποια στιγμή το φάντασμα του πολέμαρχου πατέρα ζητεί από τον νεαρό Αμλετ να εκδικηθεί τον θάνατό του. Ο Αμλετ αποφασίζει να αυτοεξοριστεί μα τελικά επιστρέφει και διαπράττει μια σειρά από φόνους, πρώτος από τους οποίους είναι ο φόνος του Πολώνιου, του πατέρα της φίλης του Οφηλίας. Στην τελική σκηνή του έργου ο Αμλετ σκοτώνει τον Λαέρτη σε μονομαχία -τον αδελφό της Οφηλίας- και έπειτα τον ίδιο τον βασιλιά σφετεριστή Κλαύδιο, ενώ η μητέρα του πέφτει νεκρή από το δηλητηριασμένο κρασί που προοριζόταν για τον ίδιο. Ο ίδιος ο Αμλετ πέφτει νεκρός από το δηλητηριασμένο ξίφος του Λαέρτη, ενώ ο Φορτεμπράς καταφτάνει και προστάζει να μεταφέρουν το άψυχο σώμα του Αμλετ εκτός σκηνής.

Ο Αμλετ είναι ένα από τα περισσότερο συζητημένα και σχολιασμένα έργα του δραματουργικού ρεπερτορίου, εν τούτοις πολύ σπάνια επιχειρείται να ιδωθεί το εν λόγω δράμα από μια συνολική οπτική. Πολλά ανεβάσματά του τονίζουν την πολιτική διάσταση του έργου, αντιμετωπίζοντας τον Αμλετ ως έναν επαναστάτη που διαβάζει Μονταίνιο και αρνείται να υποταχθεί στην οποιαδήποτε εξουσία. Αλλοτε πάλι προτάσσουν «τον ηθικολόγο που είναι ανίκανος να χαράξει μια σαφή γραμμή ανάμεσα στο καλό και το κακό ή τον διανοούμενο που είναι ανίκανος να βρει επαρκή λόγο για δράση». Ή πάλι «τον φιλόσοφο που αμφιβάλλει για την ύπαρξη του κόσμου» (Γιαν Κοτ, Σαίξπηρ, ο σύγχρονός μας, Ηριδανός, σ. 72). Εμείς, με τη σειρά μας, θα επισημάνουμε πως ο νεαρός Αμλετ ζει σ’ έναν κόσμο απογυμνωμένο από νόημα· η βιωματική συνθήκη ύπαρξης του δανού πρίγκιπα είναι πως είναι αναγκασμένος να περιφέρεται σ’ έναν αποξενωμένο και εχθρικό προς αυτόν κόσμο σαν φάντασμα, όντας αυτός ο ίδιος εξαρχής νεκρός.

Ο Γιαν Κοτ, μιλώντας για το νοηματικό και ιστορικό υπόβαθρο των μεγάλων σαιξπηρικών δραμάτων, τον Μεγάλο Μηχανισμό, σημειώνει: Αλλά τι είναι αυτός ο Μέγας Μηχανισμός που μπαίνει σε κίνηση στα πόδια του θρόνου και που απ’ αυτόν εξαρτάται ολόκληρο το βασίλειο, που μεγάλοι άρχοντες και πληρωμένοι φονιάδες είναι τα γρανάζια του, που εξωθεί τους ανθρώπους στη βία, τη θηριωδία και την προδοσία, που ασταμάτητα απαιτεί νέα θύματα, και όπου η οδός προς την εξουσία είναι ταυτόχρονα και οδός προς τον θάνατο; Για τον Σαίξπηρ αυτός ο Μέγας Μηχανισμός είναι η τάξη της ιστορίας, όπου ο βασιλιάς είναι βασιλιάς ελέω Θεού. (Γιαν Κοτ, Σαίξπηρ, ο σύγχρονός μας, σ.50). Οσον αφορά τον Αμλετ, τούτη η απόλυτη τάξη έχει θιγεί: ο πατέρας τού Αμλετ και νόμιμος βασιλιάς της Δανίας έχει δολοφονηθεί από τον σφετεριστή του θρόνου Κλαύδιο, ο οποίος εκτός των άλλων έχει παντρευτεί την πρώην νόμιμη βασίλισσα, τη μητέρα του Αμλετ. Ακριβώς γι’ αυτούς τους λόγους ο Αμλετ είναι διπλά προσβεβλημένος. Δίχως να θέλουμε να προσφύγουμε στην ψυχαναλυτική ερμηνεία πρέπει να οριοθετήσουμε την ιδιόμορφη όσο και χαρακτηριστική κατάσταση του δανού πρίγκιπα. Ο Αμλετ με τη δολοφονία του πατέρα του έχασε μονομιάς πατέρα, μητέρα (οικογενειακή σχέση) καθώς και το νόμιμο δικαίωμα στον θρόνο. Τούτη η πολύπλευρη στέρηση δικαιωμάτων σημαίνει γι’ αυτόν στην πραγματικότητα στέρηση του δικαιώματος για ύπαρξη. Αν και σε μεγάλο βαθμό είναι σκόπιμος ο παραλληλισμός του Αμλετ με τον αισχύλειο Ορέστη -έχουν και οι δύο χάσει τον βασιλιά-πατέρα τους, και είναι και οι δύο επιφορτισμένοι με την ευθύνη να εκδικηθούν τον θάνατό του- εντούτοις υπάρχει μια βασική διαφορά όσον αφορά τις προϋποθέσεις που σκιαγραφούν τους δύο ήρωες: ο Ορέστης βρίσκεται αντιμέτωπος με μιαν ύβρι ως προς τους θεούς -ο φόνος του Αγαμέμνονα από την Κλυταιμνήστρα συνιστά έγκλημα καθοσιώσεως- καθώς και η εκδίκηση του φόνου από τον Ορέστη- ο φόνος της Κλυταιμνήστρας- είναι προαποφασισμένη από τον ίδιο τον Απόλλωνα. Στην περίπτωση του Αμλετ, ακόμα και η υπόρρητη παρουσία του Μεγάλου Μηχανισμού δεν ισοδυναμεί με άνωθεν υπόδειξη των θεών προς τον Αμλετ, να εκδικηθεί τον φόνο του πατέρα του. Κάτι τέτοιο του το ζητεί το ίδιο το φάντασμα του πατέρα του.

Στο πρώτο μέρος του δράματος, συγκεκριμένα μέχρι τον φόνο του Πολώνιου, ο Αμλετ είναι νεκρός, για την ακρίβεια είναι μια σκιά, ένα φάντασμα (μπορεί εξάλλου να συνομιλεί με τους νεκρούς, αλλά και κατεβαίνει αργότερα, επιβεβαιώνοντας την αρχική του απουσία, μέσα στον τάφο της Οφηλίας). Ο «καλός μαθητής» του Μονταίνιου, ο σπουδαστής του Πανεπιστημίου της Βιτεμβέργης, είναι αναντίρρητα ένας διανοούμενος με ηθικά αιτήματα – η θέση του μέσα στις μηχανορραφίες της αυλής της Δανίας είναι ούτως ή άλλως μειονεκτική. Είναι ένας άνθρωπος του ουμανισμού της Αναγέννησης, ενός κόσμου που απογυμνώθηκε από τις αυταπάτες (Γιαν Κοτ). Αλλά ως μια ηθική προσωπικότητα -ούτως ή άλλως απείρως πιο ευαίσθητος και ηθικός από τους ανθρώπους που τον περιβάλλουν- είναι, κατά πολλούς, «το πρώτο αληθινά σύγχρονο άτομο, είναι η προσωποποίηση της ιδέας της ατομικότητας, ακριβώς για τον λόγο πως φοβάται την οριστικότητα του θανάτου, τον τρόμο της αβύσσου» (Μ. Χορκχάιμερ, Η έκλειψη του Λόγου, εκδ. Κριτική σ. 170).

Ο δανός πρίγκιπας βρίσκεται, αμετάκλητα, προ δύο επιλογών: να σκοτώσει εκδικούμενος για τον φόνο του πατέρα του ή να μη σκοτώσει.

Οπως σημειώνει ο Γιαν Κοτ σχολιάζοντας τις παρατηρήσεις του Μπρεχτ, ο Αμλετ βρίσκεται μπροστά σε δύο επιλογές που τον αποβάλλουν αμφότερες από την κοινωνία· ως άνθρωπος που έχει σκοτώσει και ως άνθρωπος που δεν έχει πάρει εκδίκηση για τον φόνο του πατέρα του. Καθώς «ποτέ δεν θα μπορέσει να είναι πια ο ίδιος» (Γιαν Κοτ, Θεοφαγία, σ. 277) προβάλλει στον νου του η δυνατότητα της αυτοκτονίας. Καθώς όμως τα φαντάσματα δεν αυτοκτονούν, όντας ήδη νεκρά, μα, αγωνίζονται για να μηνύσουν στους ζωντανούς την παρουσία τους, ο Αμλετ ξεκινά με τον φόνο του Πολώνιου.

Το ιδιόρρυθμο passage a l’ acte («πέρασμα στην πράξη», ψυχαναλυτικός όρος) του Αμλετ συνιστά μια σειρά ενεργειών εκ μέρους του, που εμφανίζονται σαν αντανακλαστικές, στην ουσία όμως αποτελούν αμιγώς ανάληψη ευθύνης. Σε όλη τη διάρκεια του αριστουργήματος του Σαίξπηρ παρακολουθούμε την αντινομία «ηθικότητα -ποταπότητα και συμφέρον» να εκτυλίσσεται ως θεατρική πράξη, με πρωταγωνιστές τα πρόσωπα της αυλής τής Ελσινόρης. Εδώ είναι παντελώς αδύνατη «η πράξη» του διανοούμενου Αμλετ ως λόγος – ο ρόλος του Αμλετ δεν είναι αυτός του «παιδαγωγού» ενός δεδομένου περιβάλλοντος, το πικρό χιούμορ των λεχθέντων του διαφωτίζει κυρίως τον δρόμο του προς την πράξη.

Μπαίνουμε στον πειρασμό να ξαναθυμηθούμε τον αρκετά κατοπινό από τον Σαίξπηρ Γκαίτε, συγκεκριμένα το πρώτο μέρος του Πρώτου Φάουστ του μεγάλου γερμανού ποιητή: ο δόκτωρ Φάουστ διαβάζοντας τη Βίβλο ορίζει με σαφήνεια το καθήκον του ατόμου της νεωτερικότητας – που είχε αρχίσει ν’ αχνοφαίνεται ήδη στον καιρό του Σαίξπηρ: την πράξη. Ο Δανός Αμλετ μιλά στο όνομα της αξιοπρέπειας και προχωρεί στον ολοσχερή αφανισμό του παλατιού τής Ελσινόρης χάριν του απαράγραπτου ηθικού νόμου, που του υπαγορεύει την έξοδό του από την ανυπαρξία με τον πιο παράδοξο τρόπο: κάτι σάπιο πρέπει να πάψει να υπάρχει, με οποιοδήποτε κόστος· εδώ δεν έχουμε τον Μάκβεθ, εκόντα – άκοντα φονιά, όργανο επαλήθευσης μιας τραγικής προφητείας, μα τον Αμλετ, που θα ζωντανέψει με τις ραφινάτες οδηγίες του τη θεατρική παράσταση των περιοδευόντων κωμωδών και θα σκηνοθετήσει ως δεύτερος «Δημιουργός» την τελική κάθαρση, με όργανο όχι τη γραφίδα ενός εμβριθούς λόγιου, μα με την αιχμή του ξίφους του.

Μέχρι το τέλος του έργου, μετά την αυτοκτονία της Οφηλίας, πέφτουν νεκροί από το ξίφος του δανού πρίγκιπα ο Λαέρτης και ο Κλαύδιος, ενώ η μητέρα του, Γερτρούδη, πεθαίνει δηλητηριασμένη. Ο Φορτεμπράς, που φτάνει την τελευταία στιγμή, διατάζει να θάψουν το πτώμα του Αμλετ αναγνωρίζοντας την αξία του νεκρού πρίγκιπα, δωρίζοντάς του ίσως για πρώτη φορά ουσιαστικά, αν και μετά θάνατον, το όνομά του: Αμλετ.

Θαυμάσια η μετάφραση του Γιώργου Χειμωνά. *

Ο ΚΑΡΟΛΟΣ ΚΟΥΝ ΜΙΛΑΕΙ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΝΕΟΥΣ ΗΘΟΠΟΙΟΥΣ



Ο Κάρολος Κουν μιλά για τους νέους ηθοποιούς και τη θεατρική εκπαίδευση.
Αποσπάσματα από την επομπή Παρασκήνιο της ΕΤ1 που προβλήθηκε τον Νοέμβριο του 2008 και περιέχει κομμάτια από συνεντεύξεις του Κάρολου Κουν στον Φρέντυ Γερμανό καθώς και στο Παρασκήνιο του Σωτήρη Αναστασιάδη το 1976.

Τρίτη, 26 Οκτωβρίου 2010

Λούντβικ Φλάσεν: Περί θεάτρου και τραγωδίας


O Λούντβικ Φλάτζεν (Ludwik Flaszen), πολωνικής καταγωγής, είναι κατεξοχήν άνθρωπος του θεάτρου, κριτικός, συγγραφέας, συνιδρυτής και συνεμψυχωτής του Θεατρικού εργαστηρίου Laboratorium του Γκροτόφσκι στην Πολωνία, από το 1959 έως το 1984, κ.α. Ήταν ο στενός συνεργάτης τους Γκροτόφσκι, ο άνθρωπος που τον ανέδειξε. Έχει υπογράψει πολλά έργα, από τα οποία τα κυριότερα είναι: "Le théâtre condamné à la magie" (εκδ. Cracovie, 1982) του οποίου πολλά κεφάλαια μεταφράστηκαν σε πολλές γλώσσες, και το "Chirographe", (γαλλική έκδοση 1990, La Decouverte, Paris)


Γιατί λοιπόν να κάνουμε θέατρο σήμερα;

Για την πρακτική, για την κίνηση, για την σύλληψη της αρχαίας τραγωδίας με τους ηθοποιούς. Όχι για το τελικό θέαμα. Μπορεί να βοηθήσει στην κατανόηση του αρχαίου δράματος, του ανθρώπου, του εαυτού μας. Μπορεί να φτάσουμε τελικά στο θέαμα τελικά αλλά δεν είναι αυτοσκοπός. Δεν πρέπει τα πράγματα να είναι καλουπωμένα! Η Αντιγόνη για παράδειγμα πρέπει να γεννιέται, από την προσωπική δουλειά και μαζί με την ομάδα, όχι να “ντύνεται” κανείς τον ρόλο. Πρέπει να βρεθεί πώς αντιστοιχεί καθετί στην προσωπική εμπειρία του ηθοποιού, τί απήχηση έχει μέσα του. Δεν είναι τόσο δουλειά πολυμάθειας.

Δεν είναι πάντα εύκολη αυτή η κατανόηση!
Μπορούμε να αναρωτηθούμε γιατί δεν καταλαβαίνουμε και να έχουμε μια τέτοια προσέγγιση: τί σημαίνει να είμαι ηρωίδα, δίκαιη σαν την Αντιγόνη; Πώς να γίνει κανείς Αντιγόνη, αν δεν νιώθει ενστικτωδώς Αντιγόνη; Τί σημαίνει για εκείνη η αγάπη για τον αδερφό; Ποιά η σχέση με τον σωματικό θάνατο; Έχουμε φυσιολογία της αποσύνθεσης: συχνό στην αρχαία τραγωδία. Είναι πολύ σαρκική, υπάρχει κανιβαλισμός. Τί μας προκαλεί το αίμα; Για να βρούμε τον πυρήνα του τραγικού, πρέπει συχνά -όχι πάντα- να ψάξουμε με τη φαντασία μας ένα ζωντανό αίμα. Διότι ειδικά με το αίμα έχουμε μαγική σχέση: κυλάει μέσα μας, γεννάει. Η θέα του μπορεί να προκαλέσει και γοητεία και αποστροφή και φτάνει να γίνεται μέχρι καθαρή συμβολιστική αυτή η αμφισημία. Έχουμε τα παραδείγματα του Κρόνου που έφαγε τα παιδιά του, ή του Δία που γέννησε από τη γάμπα του, πολύ σωματικά.. Είναι αρχέγονη κατάσταση που προηγείται του Πολιτισμού μας και του τρόπου με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο, τη σχέση μας με τον κόσμο!

Η εκφορά του λόγου είναι από τα σημαντικότερα προβλήματα στην τραγωδία, κυρίως όπως παρουσιάζεται στην Ελλάδα, τί σημαίνει αυτό σήμερ

Το κείμενο πρέπει να είναι σαν προσωπικός λόγος αλλά όχι φυσικός. Ψάχνουμε τα επι μέρους και επιδιώκουμε τη μεγέθυνση. Προσωπικός δεν είναι μόνο ο φυσικός. Υπάρχουν δύο συμβάσεις στην αρχαία ελληνική τραγωδία: 1. ο καθημερινός λόγος, και 2. ο τεχνητός/προσποιητός. Πρέπει να αναζητούμε τον τόπο ανάμεσά τους, που είναι δυναμικός, τον προσωπικό άγνωστο "χ" του ηθοποιού. Η γλώσσα είναι η προέκταση του σώματος, σαν όργανο. Έτσι πρέπει να είναι και ο λόγος, σαν σωματική επίδραση, σαν χταπόδι με άπειρες απολήξεις. Είναι ο λόγος-ενέργεια, όχι μόνο λόγος. Η πρόθεση είναι η παραγωγή της σωματικής επίδρασης και η αναζήτηση της ανταπόκρισης στη δράση αυτή από το κοινό. Η πρόθεση είναι να αγγίξει κυριολεκτικά ο ηθοποιός με το λόγο του, ή να δώσει πραγματική μπουνιά. Κάνουμε αναζήτηση στην αίσθηση. Ο λόγος είναι μια υλική οντότητα και αυτό ακριβώς με ενδιαφέρει στην τραγωδία! Πρέπει να βγαίνει σαν έκκριση των οργάνων! Υπάρχει εσωτερικότητα. Έτσι παράγεται και η μουσικότητα του κειμένου! Αλλιώς είναι νεκρός, ρητορικός.


Πιστεύετε ότι ο Σέξπιρ είναι κοντά στην αρχαία ελληνική τραγωδία;

Πάρα πολύ κοντά! Όπως και στη Βίβλο, διότι κι εκεί υπάρχει μια πολύ έντονη πτυχή φυσιολογίας: "Εάν ο οφθαλμός σου ο δεξιός σε σκανδαλίζει, έκβαλε αυτόν", "Άν σε ξεχάσω, Ιερουσαλήμ, να παραλύσει το δεξί μου χέρι". Το ιερό είναι σαρκικό! Ό, τι ξεπερνάει το καθημερινό είναι σαρκικό. Και στα τρία: Ελληνική τραγωδία, Σέξπιρ, Βίβλος, υπάρχει ένας πυρήνας σαρκικός, όχι διανοητικός.


Πόσο τρωτοί είναι οι ήρωες στην αρχαία τραγωδία;

Ο Φιλοκτήτης είναι ένας αντιήρωας ευθύς εξαρχής. Είναι ενοχλητικός για τους άλλους, φωνάζει από πόνο, μυρίζει άσχημα. Είναι ταπεινωμένος σαν ήρωας. Τον δαγκώνει το φίδι, είναι δυνατό στοιχείο το δηλητήριο, φυσιολογικό, βρωμάει, έχει προσβληθεί και ταπεινωθεί το σώμα του. Έχει προσβληθεί το αίμα του από το δηλητήριο, η πηγή ζωής. Έχει προσβληθεί βιολογικά. Τον εξαπατούν για να του πάρουν τα βέλη, χωρίς τα οποία δεν μπορούν να νικήσουν. Εκείνος πεισματώνει, δεν θέλει να τα δώσει. Αυτή είναι και η ύβρις του! Η ύστατη αλαζονεία. Είναι θύμα του ψέματος, της απάτης. Η δυστυχία ενός ήρωα. Είναι σαν παιδί, σαν αφελής. Αποστερούμενος τον ηρωισμό του, αποφασίζει για τη δική του μοίρα. Αυτό θα έλεγα ότι είναι Μπέκετ. Είναι τραγωδία λόγω αποστέρησης του ηρωισμού. Το ίδιο έχουμε και στους Πέρσες.

Πώς ήταν η δουλειά επάνω στους Πέρσες με την Κονιόρδου;
Έκανα το προπαρασκευαστικό σεμινάριο: ανάλυση από αυτοσχέδια δράση. Δεν έβρισκα ενδιαφέρουσα αυτή την τραγωδία, αλλά μετά κατάλαβα ότι έχει κάτι θαυμάσιο: ο Ξέρξης δεν έχει το θάνατο ενός ήρωα. Άφησε τους στρατιώτες του στο θάνατο κι έφυγε. Δεν έχει τιμή! Αντιήρωας κι αυτός. Η φυγή του είναι σαν αυτοταπείνωση. Επιστρέφει με τα πόδια και σαν φτωχός ζητιάνος! Το 1970, όταν ήμουν σε κάποιο φεστιβάλ κοντά στην Περσέπολη, είδα τα ερείπια και παρατήρησα το φως. Κατάλαβα ότι όλα αυτά συμβαίνουν μέσα σε άπλετο φως, έκανε ζέστη. Η τραγωδία συμβαίνει υπό το φως του ήλιου, φως δυνατό και καυτό, όπως σε χειρουργείο.

Το αττικό φως πρέπει να είναι της ίδιας υφής...
Ναι. Το φως διενεργεί, ο ήλιος. Αυτό ευνοεί τον φόνο. Τίποτα δεν είναι κρυφό, η τραγωδία συμβαίνει υπό το φως: αυτό είναι μια συνθήκη της φύσης. Ο ήλιος αυτός σε αρρωσταίνει, φέρνει τρέλα, γινόμαστε λιγότερο υπεύθυνοι για τις πράξεις μας! Θυμήθηκα τον "Ξένο" του Καμύ: σκοτώνει έναν Άραβα που δεν γνωρίζει. Ο ήλιος ευθύνεται για τον φόνο. Υπό την επήρεια του, το πέρασμα από την φαντασίωση στην πράξη είναι άμεσο. Ο Παζολίνι το κατάλαβε αυτό, φαίνεται από το έντονο φως στη Μήδεια που γύρισε με την Κάλλας.
Επομένως η ευθύνη και η παράβαση κανόνων δεν ισχύει;
Α!Πρέπει να βρει ο ηθοποιός μέσα του την έννοια του ταμπού, του αμαρτήματος. Η ειδική σχέση των Ελλήνων με την Ορθοδοξία, με την Εκκλησία, βοηθάει. Πρέπει να βρεθεί το πραγματικό νόημα της αμαρτίας, πράγμα δύσκολο διότι υπάρχει συμβατισμός. Ορίζεται με περιστροφές και όχι άμεσα. Ο δράστης, όταν δεν έχει συνείδηση των αμαρτιών του -συχνή περίπτωση στην ελληνική τραγωδία- είναι αθώος. Είναι παιχνίδι στα χέρια των Θεών. Είναι συμπόνια το να βλέπεις τη δυστυχία του ανθρώπου, ακόμη κι ενός εγκληματία. Η κρίση επάνω του δεν είναι ξεκάθαρη, αλλιώς δεν θα ήταν τραγωδία. Όλα αυτά γιατί; Διότι για την τραγωδία πρέπει να βρει ο ηθοποιός την έννοια της αμαρτίας ή της ύβρης! Τη λειτουργία της ενοχής. Χωρίς να εκμοντερνίσουμε ή να προσαρμόσουμε τον Σοφοκλή ή τον Αισχύλο. Η έννοια του ιερού και της αμαρτίας είναι ζωντανά. Και είναι ανάλογα των αρχαίων κειμένων. Δεν χρειάζεται να βιάζουμε τα κείμενα. Καλύτερα να δουλεύει κανείς με τα πρωτότυπα, παρά με τις διασκευές (Ανούιγ, κλπ) Τα αυθεντικά ελληνικά κείμενα είναι πιο δυνατά από τις μετέπειτα εκδοχές. Ο Νίτσε λέει ότι "την τραγωδία τη σκότωσε ο Ευριπίδης": άποψη αστική. Ο Ευριπίδης βρίσκεται πολύ κοντά στον Μπέκετ. Κατά τη γνώμη μου είναι το ίδιο σπουδαίος με τον Σοφοκλή και τον Αισχύλο. Η Ελένη του Ευριπίδη λέει ότι οι άνθρωποι σκοτώνονται για ψευδαισθήσεις. Ο Ερμής (ίσως) δημιούργησε ένα φάντασμα, μια ψεύτικη Ελένη. Ο κόσμος και ο Πάρης έχουν πεισθεί ότι πρόκειται για εκείνη. Το φάντασμά της είναι ένα είδος Μπάρμπυ, μια πλάνη που ο Θεός την κάνει να μοιάζει αληθινή. Η αληθινή κρύβεται στην Αίγυπτο. Ο άνθρωπος είναι χαμένος και τρέχει πίσω από φαντάσματα.

Η κυνηγάει και παλεύει με φαντάσματα, σαν τον Δον Κιχώτη!
Ο Αίαντας του Σοφοκλή είναι σαν τον Δον Κιχώτη, ένας μεγάλος ήρωας που σκοτώνει τελικά αγελάδες. Το τραγικό προκύπτει από τον βαθμό γελοιότητας. Και ο ηθοποιός θέλει να είναι ένας μεγάλος ήρωας και σκοτώνει ψευδώς! Η εξιδανίκευση του εαυτού, η τοποθέτησή του ψηλότερα απ' όπου βρίσκεται στην πραγματικότητα, όλα αυτά τα διαβάζουμε στην τραγωδία εάν έχουμε βλέμμα καθαρό.

Πόσο δεσμευτική ή καταλυτική μπορεί να είναι η γλώσσα για την κατανόηση της ελληνικής τραγωδίας;
Μέσα από τη δουλειά επάνω στους Πέρσες με το Εθνικό, κατάλαβα τελικά ότι, ενώ οι ηθοποιοί ήταν Έλληνες, άρα γνωρίζουν καλύτερα την τραγωδία, και η Κονιόρδου, πρόεδρος των Φίλων της τραγωδίας, εξαιρετική ηθοποιός, έφερα ένα βλέμμα ενδιαφέρον και χωρίς να είναι αιρετικό. Η Κονιόρδου και η ομάδα της είναι άνθρωποι που αναζητούν με μεγάλη όρεξη μια προσέγγιση της ελληνικής τραγωδίας μη συμβατική, αλλά πιστή στα σπουδαία αυθεντικά κείμενα επάνω στο δρόμο της υπέρβασης.

Ποιός είναι ο ρόλος του σκηνοθέτη;
Σαν του Σωκράτη με τη "Μαιευτική". Να εκμαιεύει το "ρόλο" από τον ηθοποιό. Πρέπει επομένως να είναι παιδαγωγός. Αλλά προσοχή, όχι συμβατικός. Να διδάσκει το άγνωστο και το απρόβλεπτο. Χωρίς όμως να κάνει καισαρική, με εργαλεία.

Το θέατρο συνδέεται άμεσα με μια κοινωνία και την κουλτούρα της , τον ψυχισμό της: τί ιδιαίτερο παρατηρήσατε στους Έλληνες ηθοποιούς;
Οι Γάλλοι παίζουν πιο διανοητικά. Οι ευκολίες ή οι δυσκολίες με τους μεν και τους δε διαφέρουν. Εξαρτάται από τους δρόμους για την πρόσβαση στα άκρως προσωπικά εσωτερικά στρώματα των ηθοποιών, εκεί όπου δεν υπάρχει ερμηνευτής αλλά ένα όν δημιουργό. Ο ηθοποιός δεν είναι εκτελεστής ενός προβλεπόμενου πράγματος! Υπάρχει ένα στρατηγικό σχέδιο για να βρεθεί ο δρόμος αυτός, δεν είναι εύκολο, είναι πολυσύνθετο.

Τελικά είσαστε περισσότερο άνθρωπος της γραφής ή της πρακτικής στο θέατρο;
Δεν με ενδιαφέρει αυτό που γίνεται για λόγους αρχής. Επίσης ίσως το θέατρο με δελεάζει επειδή δεν μου αρέσει, με προκαλεί να το δουλέψω με τον δικό μου τρόπο και στο δικό μου μέτρο. Ήμουν και κριτικός, αλλά στο θέατρο βγαίνεις από τη μοναξιά σου για να δουλέψεις επάνω στον εαυτό σου μόνος σου μαζί με τους άλλους. Ενώ στη γραφή δουλεύεις για να καταλάβεις τον εαυτό σου σε απόλυτη μοναξιά παρουσία των φαντασμάτων για να καταλάβεις εάν υπάρχει κάτι για να το καταλάβεις.

Γιατί μείνατε στη σκιά του Γκροτόφσκι;
Διότι είναι πιο σημαντικός από εμένα. Είχα καταλάβει το ταλέντο του, τον επέλεξα όταν μου δώσανε το μικρό θέατρο. Επιτρέψτε μου να πω επίσης ότι το σημαντικότερο πρόσωπο για μένα στον ελληνικό πολιτισμό του οποίου είμαι μεγάλος θαυμαστής είναι ο Διογένης. Συχνά με αποκαλούν έτσι στην Πολωνία. Υπάρχει ένα ανέκδοτο που μου αρέσει πολύ: Ο Διογένης, απλωμένος στον ήλιο απαντάει στους ανθρώπους που θέλουν να κάνει κάτι: "Φύγετε και προπαντός μην μου κρύβετε τον ήλιο"!

Πώς μπορεί να είναι το θέατρο στο μέλλον
;
Ποιός ξέρει! Ο κόσμος μετά την πτώση του Κομμουνισμού είναι Αποκάλυψη. Ελπίζω να είναι ευτυχής αποκάλυψη. Στην Πολωνία, στο πρώτο μισό του 19ου αι, μια περίοδο γνωστή ως περίοδος σκοταδισμού, εμφανίστηκε μια Εγκυκλοπαίδεια με τον τίτλο "Νέα Αθήνα", όπου η Ακαδημία των Επιστημών στο λήμμα "Άλογο" δίνει τον εξής ορισμό: "όλοι ξέρουν τι είναι άλογο".


Συνέντευξη-κείμενο: Μπουμπουλίνα Νικάκη, Παρίσι, Ιούνιος 2006
αναδημοσίευση από το περιοδικό Highlights, τεύχος Σεπτεμβρίου 2006

Κυριακή, 24 Οκτωβρίου 2010

ΜΑΚΑΡΙΟΙ ΟΙ ΦΤΩΧΟΙ /ΣΚΕΨΕΙΣ ΓΙΑ ΤΟ ΕΡΓΟ


ΘΕΑΤΡΟ[Υ]ΚΟΣΜΟΣ
ΜΑΚΑΡΙΟΙ ΟΙ ΦΤΩΧΟΙ
Τρείς Θεατρικές Πράξεις από Τρείς Πίνακες του Καραβάτζο
ΣΚΕΨΕΙΣ ΓΙΑ ΤΟ ΕΡΓΟ


1. Το φθινόπωρο του 2008 μετά από μία συνομιλία με ένα φίλο που ασχολείται με τη ζωγραφική, βρέθηκε στα χέρια μου μια έκδοση που περιλάμβανε τους σημαντικότερους πίνακες του μεγάλου Ιταλού ζωγράφου Μ.Καραβάτζο. Η έκπληξη που με κατέλαβε μπροστά στο μεγαλείο μιας ζωγραφικής που χρησιμοποιεί το ρεαλισμό για να αποδώσει μία απίστευτη Θεατρικότητα ήταν μεγάλη.Μια σχεδόν βλάσφημη από-Θεοποίηση των ιερών προσώπων της Χριστιανικής παράδοσης και μία όχι ανθρωποποίηση τους αλλά επι της ουσίας μία εκμετάλλευση τους στην εμφάνιση ενός συμβάντος αλήθειας. Η ζωγραφική του Καραβάτζο μοιάζει σαν να ανοίγει μία αυλαία που πίσω της ήδη διεξάγεται μία σκηνικότητα, μία καθολική πράξη. Οι φτωχοί, οι προλετάριοι και οι απόκληροι της Μπαρόκ εποχής μπαίνουν μέσα στο κάδρο για να παραστήσουν τα πιο Θεία γεγονότα. Ο Καραβάτζο τοποθετεί στο προσκήνιο της Εκκλησιαστικής ιστορίας το πόπολο, και αυτή η αναγνώριση της αλήθειας ως ορατότητας των φτωχών ήταν που μου έδωσε την πρώτη ιδέα για να γράψω ένα θεατρικό έργο με αφορμή τη ζωγραφική του Καραβάτζο.

2. Οι τρείς πίνακες, Ιδού ο Άνθρωπος, Θωμάς ο Άπιστος, Η Ανάσταση του Λαζάρου, επιλέχθηκαν με σκοπό να αποδώσω μια συνεκτική δραματική αλληλουχία της σχέσης συμβάν-υποκείμενο-πράξη. Το πρώτο πράγμα ήταν να φανταστώ τους πίνακες σαν ολοζώντανες σκηνές που πάγωσαν σε ένα συγκεκριμένο σημείο και εγώ έπρεπε να τους επαναφέρω στη ζωή δίνοντας μία συνέχεια στην απεικόνιση, βγάζοντας τις μορφές από την αναπαράσταση και κατευθύνοντας τες στο να ενεργοποιήσουν λόγο και δράση. Από αυτή την άποψη, η γραφή της κάθε πράξης ξεκινά από την απεικόνιση του πίνακα και δεν καταλήγει σε αυτή. Τρείς πίνακες και τρείς πράξεις που διαπραγματεύονται μία αντι-Φαινομενολογική προσέγγιση, με φιλοσοφικούς μονολόγους και διαλόγους και με μία έμφαση στην πολιτική και πνευματική σχέση εξάρτησης και ελευθερίας του Υποκειμένου με το Μεσσιανικό στοιχείο γενικότερα.

3. Θέτω τρεις στιγμές, στην πρώτη πράξη επιχειρώ την αποδόμηση του ιστορικού Χριστού και την επανεμφάνιση του υποκειμένου ως μίας αποενοχοποίησης της ανθρωπινότητας αλλά και ως μίας μηδενιστικής προσέγγισης της. Το πρώτο στοιχείο εδώ είναι η επίθεση στον ανθρωπισμό αλλά και στο Θεολογικό, υπερασπίζοντας τον ρεαλισμό της δύναμης, της εξουσίας, των παθών και της ελπίδας. Σε αυτή την πράξη έχουμε ένα απρόσμενο πραξικόπημα που ενεργοποιεί ένα στοχασμό για το ζήτημα της πίστης της μάζας ως προς ένα υπερ-Υποκείμενο που ανά πάσα στιγμή ακριβώς γιατί η μάζα είναι εκτός των εξελίξεων μπορεί να αναπαράγεται μέσω μίας διαρκούς αντικατάστασης (ο βαστάζος που γίνεται διάδοχος του Ιησού). Όχι τυχαία, για να αναδείξω αυτή την κατάσταση, το πλήθος χρησιμοποιείται, δεν πρωταγωνιστεί-ακούγεται και καλείται στο τέλος.

4. Το δεύτερο στοιχείο είναι αυτό που θέτω στην 2η πράξη. Η γνώση και η αλήθεια πέρα από το φαίνεσθαι. Ο Θωμάς ο Άπιστος, ο ερευνητής και ο απόστολος μαζί ιδανικά ανοίγουν το πρόβλημα γύρω από τη γνώση και την υπηρεσία της. Αυτή η πράξη είναι αφιερωμένη στην σχέση συμβάντος και πίστης. Εδώ όλοι γνωρίζουν την αλήθεια της απομίμησης του Ιησού, όμως το ζήτημα είναι άλλο, πρέπει η όχι να κρίνουμε το συμβάν με βάση την πίστη και την υποκειμενοποίηση που δημιουργεί; H γνώση που δεν έρχεται από την επιλεγμένη δράση προς κάτι –προς ένα σκοπό– τι νόημα έχει; Αυτά που δεν φαίνονται είναι οι ιδέες -οι σκοποί- οι αποφάσεις μέχρι να γίνουν πράξη, αυτά που δεν φαίνονται στο Θέατρο είναι τα μόνα φανερά και ο Καραβάτζο κάνει το ίδιο με την ζωγραφική του. Φέρνει στο φως μία παράσταση που δεν προϋπάρχει πουθενά πέρα από την υποκειμενική παρέμβαση που κάνει ο ίδιος στις παραστάσεις και παραδόσεις μίας ιδεολογίας. Ο πίνακας αυτός είναι η κριτική της επιστήμης όχι από Θεολογική σκοπιά αλλά από υλιστική σκοπιά. Κάθε συμβάν είναι ένας Χριστός για αυτό δεν υπάρχει σαν πρόσωπο, για αυτό το αντικειμενικό είναι αυτό που θέτει ενώπιον μας τον μετασχηματισμό.

5. Η Ανάσταση του Λαζάρου είναι μία κομμουνιστική αλληγορία, θέτω επί σκηνής το πλήθος, το μοιρολόι που σκοπεύει στην επαναφορά της μονάδας στο συλλογικό. Μέσα από την σκέψη της κοινότητας και από την σκέψη της στράτευσης ορίζεται το αναγκαίο του αναστάσιμου. Να αναγεννηθούμε για να αγωνιστούμε, αυτό εκβιάζει σχεδόν τρομακτικά ο Καλεστής, δεν αρκεί η επιστροφή στο ζειν, η ενασχόληση και ο σεβασμός των κοινών. Το ουσιαστικό στην επιστροφή είναι αν θα υπάρξει ένα νέο υποκείμενο. Τιμωρείται εδώ η αντίληψη για την πάσει θυσία ταύτιση της επιστροφής με την συνέχιση στο ίδιο βίωμα, προβάλω την ρήξη, την τομή που ο κάθε θάνατος δεν φέρνει αναγκαστικά αν δεν τον διαδέχεται μία ιδρυτική και απελευθερωτική χειρονομία. Στην πράξη αυτή τελικά δείχνουμε πως ο αληθινός Λάζαρος δεν είναι αυτός που ονομάζεται έτσι, δεν γυρίζει ποτέ στην αληθινή ζωή, Λάζαρος είναι αυτός που έθαβε τους νεκρούς και που στο τέλος αποδέχεται την έγκληση για συστράτευση και υπέρβαση του Εγώ του.

6. Η πολιτική των πολλών, των φτωχών δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς αυτούς στο προσκήνιο, αλλιώς θα κυριαρχούν οι μιμητές τους (πράξη 1η ), η γνώση και η αλήθεια για τον κόσμο δεν υπάρχει έξω από την δράση κ μία πίστη σε ένα συμβάν (πράξη 2η) η υπεράσπιση της κοινότητας, το ξεπέρασμα του Εγώ εντός της Κοινότητας, η αξιοποίηση του θανάτου για μία νέα ζωή δεν υπάρχουν χωρίς ένα υποκείμενο που να αποφασίζει όχι την διαιώνιση του αλλά την αναγέννηση του μέσα από την επιδίωξη του θανάτου του παλιού κόσμου(πράξη 3η).

7. Μακάριος σημαίνει ευτυχισμένος αλλά και παθητικά ευτυχισμένος πολλές φορές. Οι φτωχοί είναι Μακάριοι, θα γίνουν ποτέ Μακάριοι ή όχι; Μακάριος χωρίς εξουσία γίνεται; Χωρίς γνώση και πίστη σε κάτι γίνεται; Xωρίς συνύπαρξη σε Κοινότητα που να φτιάχνει νέους ανθρώπους γίνεται;

8. Ήταν μια απόπειρα για ένα προβληματισμό γύρω απο την φιλοσοφία της πράξης και τη θεολογία της πράξης, σε μία θεατρική γραφή που τελικά να αποδίδει το συμβάν και την πράξη του, καθιστώντας το τον μόνο πρωταγωνιστή του έργου.

(Σ.Κ)

Μακάριοι οι φτωχοί. Πράξη τρίτη: Η ανάσταση του Λαζάρου


Caravaggio, Η ανάσταση του Λαζάρου (1609)

ΘΕΑΤΡΟ[Υ]ΚΟΣΜΟΣ
ΜΑΚΑΡΙΟΙ ΟΙ ΦΤΩΧΟΙ
ΤΡΕΙΣ ΘΕΑΤΡΙΚΕΣ ΠΡΑΞΕΙΣ ΑΠΟ ΤΡΕΙΣ ΠΙΝΑΚΕΣ ΤΟΥ CARAVAGGIO
ΠΡΑΞΗ ΤΡΙΤΗ: Η ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΛΑΖΑΡΟΥ


ΠΡΟΣΩΠΑ:
ΛΑΖΑΡΟΣ
ΚΑΛΕΣΤΗΣ ή Ιησούς
ANTΩΝΙΟΣ
ΜΑΡΚΟΣ
ΙΑΚΩΒΟΣ
ΑΝΝΑ
ΝΕΑΡΟΣ ΝΕΚΡΟΘΑΦΤΗΣ


Αντώνιος (ομιλητής από το πλήθος): Είμαστε χαμένοι. Έφυγε για το κάτω βασίλειο και εμείς πιο λίγοι, πιο αδύναμοι, πιο φοβισμένοι. Ας τον χαιρετίσουμε ήσυχα και να γυρίσουμε στα φτωχικά μας. Από αύριο θα έχουμε δυο χέρια λιγότερα στην δούλεψη της γης, αλλά και στα λόγια που μας μάθαιναν αλήθειες για τους αφέντες μας θα είμαστε φτωχότεροι. Ας αφήσουμε στην άκρη αυτό τον τρελό που μας φορτώθηκε πάνω στο πένθος μας, ποιος ξέρει τι θέλει και αυτός να παραστήσει.

Μάρκος (ομιλητής από το πλήθος): Ενώ κρατάμε στα χέρια μας το άψυχο αυτό κορμί καταλαβαίνουμε πως τα δικά μας κορμιά πιο σκοτεινά και απόκοσμα είναι, σαν ποτέ να μην ζήσαμε και η όψη η ανθρώπινη να έχει σβηστεί παντοτινά από πάνω μας. Αλλά ο Λάζαρος είναι πιο φωτεινός και ζωογόνος και ας του κλείσαμε για πάντα τα μάτια. Και αν έμενε, εμείς θα αλλάζαμε; Αλλιώς θα αποφασίζαμε για τη ζωή μας; Μήπως τα χώματα μας θα τα νοιαζόμασταν αλλιώτικα; Θα σταματούσαμε τον καθημερινό πόλεμο μεταξύ μας και θα βάζαμε στην άκρη όλη την διχόνοια μας; Θα κλείναμε το στόμα στο λαίμαργο κτήνος που ζει μέσα μας; Αυτό που μας προστάζει ουρλιάζοντας «Κάντε τα πάντα μόνο για τον εαυτό σας»; Όλοι το ξέρουμε πως δεν μας έμοιαζε σ΄αυτά ο Λάζαρος, συνέχεια μας το έλεγε «ξεχάστε τα αυτά, δεν βγαίνει έτσι η ζωή, πρέπει καμιά φορά να σηκώσουμε κεφάλι».

Ιάκωβος (ομιλητής από το πλήθος): Θα ζήσει ο Λάζαρος, αν δικό μας γίνει το σώμα του, αν τις χιλιάδες μέρες που μαζί του ζήσαμε τις κρατήσουμε μέσα μας. Θα ζήσει ο τρόπος που θα μιλάμε γιατί κάτι θα έχει από τα λόγια του, ο τρόπος που θα κόβουμε το ψωμί για να το μοιραστούμε γιατί όπως αυτός μας το μοίραζε θα το μοιράζουμε. Όταν ο χειμώνας έρθει, στις βροχές της μεγάλης νύχτας, όταν θα επιστρέφουμε από τη γη, θα ζει στα βήματα μας στη λάσπη, στα αστεία που θα λέμε για να διώξουμε λίγο την κούραση, στο νερό και τον ιδρώτα που πάνω μας θα σμίγουν, στο πρώτο ρίγος της αρρώστιας, όταν θα αγωνιούμε μην χαθεί άλλος ένας μας.

Ας μαζέψουμε την μαύρη θλίψη της ώρας αυτής και ας μην τα βάλουμε με τον άγνωστο επισκέπτη που ήρθε στο πλάι μας μέσα στο μοιρολόι. Είναι όμως αλήθεια ότι μοιάζει σαν να ήρθε από αλλού, κοιτάζει το Λάζαρο σαν να είναι έτοιμος να τον κατεβάσει αυτός στον άλλο κόσμο, σίγουρα για λογικό δεν τον περνάς. Κρίμα πάντως και είναι μόνος του, ας τον κρατήσουμε για απόψε στα σπίτια μας, δεν πρέπει σήμερα να δείξουμε ασέβεια σε κανένα.
Εμπρός, σε λίγο θα σκοτεινιάσει, και είναι κακό μέσα στη νύχτα σώμα άψυχο πάνω από τη γη να είναι απιθωμένο.

Άννα: Δειλοί! Πολυλογάδες! Κάνετε πως δεν βλέπετε πως ο άνθρωπος ακόμα έχει ζωή μέσα του; Τον βλέπετε να φεύγει και πάνω του δεν πέφτετε να κρατηθεί μαζί μας, πώς σας πάει η ψυχή τον κόσμο ανάποδα να μην φέρνετε για να σωθεί;

Σώπασε (απευθύνεται στο Λάζαρο κρατώντας το σώμα του με χαμόγελο και σιγουριά), θα σταθείς στα πόδια σου σε λίγο και ο πόνος θα σου φύγει, λίγο χρόνο δώσε μας, μην βιαστείς, εκεί αντίπερα είναι δύσκολα, το ξέρεις δεν το ξέρεις; Ίδιο είναι να είσαι με τους φίλους σου, τη γυναίκα σου, να έχεις το μυαλό στη δουλειά, στα μεγάλα τραπέζια των γιορτών; Μην νομίζεις, δεν είναι όλοι ίδιοι, να θα σε πάρει ο Μάρκος για ένα μικρό ταξίδι και θα σε βοηθήσει να μεγαλώσουμε λίγο τα δωμάτια των παιδιών. Ο Ιάκωβος μέχρι αύριο να ήξερες μόνο ποιον θα σου φέρει εδώ, τη γριά μάνα σου και προσωρινά στο σπίτι του θα την φιλοξενήσει, να ακούνε τη σοφία της τα παιδιά του.

Ο Αντώνιος υπόσχεται όλα του τα βιβλία να σου δώσει και μία μία όλες τις χώρες να σου δείξει, και τον ξέρεις αυτόν όπως είναι και γυρισμένος έχει να σου πει πράματα και θάματα για πολιτείες, αγορές, θάλασσες και ποτάμια.

Στο λέω με σιγουριά, όλοι θέλουνε να σε συμβουλευτούν για τα προβλήματα με τους αφεντάδες, πέρασε ο καιρός που αυτά δεν τα ήθελαν…για αυτό σου λέω σώπασε όλα θα γίνουν.

Καλεστής: Λάζαρε είσαι ζωντανός. Οι ανάσες των δικών σου θα σε ζεστάνουν με το πρώτο άνοιγμα των ματιών. Σε καλώ εις το όνομα αυτών και μόνο αυτών. Γυρνούσα χρόνια στη γη αυτή και ξέρω πως είναι να χάνεται ξαφνικά ένας δικός τους άνθρωπος, το λίγο βιός του περιμένουν οι τοκογλύφοι και οι τραπεζίτες να το αρπάξουν, και τα παιδιά να απομένουν παράλυτα μπροστά στο αδυσώπητο μέλλον. Οι διπλανοί σου, οι κουρασμένοι του τόπου σε καλούνε πίσω στις συντροφιές τους. Είσαι ζωντανός γιατί ένας από αυτούς είσαι, θάνατος είναι η απομάκρυνση από αυτούς και από την ευτυχία που ψάχνουν.

Δεν σε καλώ σε επιστροφή, σε καλώ σε νέα παρουσία, δεν σε καλώ να έρθεις σαν συνέχεια του χρόνου αλλά σαν διακοπή του και επανέναρξη των γνώσεων και των αισθήσεων. Νικητής του σκότους, πηγή φωτός, με ελάχιστα δευτερόλεπτα ηλικία ζωής.

Είσαι ζωντανός, δηλαδή σε θέση να ξαναμπείς γυμνός μέσα στους καταρράκτες των στιγμών.

Λάζαρος (μονολογεί): Και όσα γύρω μου βλέπω μοιάζουν με φιγούρες που μέσα στον Άδη κρέμονται από μικρά καρφιά, γύρισα πού και από πού; Ποιοι είναι όλοι αυτοί που πάνω από το σώμα μου κρέμονται; Kαι αυτή που με κρατά ποια είναι;

Αυτός που απέναντι μου στέκεται μισοσκότεινος, αυτός μου μίλησε; Είμαι απλά ζωντανός. Πόσο ταλαιπωρημένοι δείχνουν όλοι. Χέρια σκισμένα από τη δουλειά, οι γυναίκες με τεράστια βαθουλώματα κρατάνε τα μάτια τους σχεδόν στον αέρα, ρούχα φτωχά και στόματα ξηραμένα. Πόσο κοινοί φαίνονται μεταξύ τους.

Θα σηκωθώ, θα τολμήσω να πατήσω στο έδαφος με το αίσθημα της εξαφανισμένης μου βαρύτητας. Πρέπει να τους γνωρίσω, σαν κάτι σημαντικό όλοι να περιμένουν από μένα.

Εσύ αδελφέ (απευθύνεται στον Καλεστή-Ιησού, αρχίζει ένα βουητό να βγαίνει από το πλήθος) βγες στο φως να σε δω, τα πρόσωπα των φίλων δεν κρύβονται στο σκοτάδι, σμίξε μαζί μας στο χαρμόσυνο και αναπάντεχο συμβάν, ζήσε το όπως του αξίζει. Οι άλλοι μου είπαν πως ο δικός σου ο λόγος σταμάτησε το έργο του βαρκάρη…άρα πιστεύεις σε εμάς, στην αξία να μείνουμε δυνατοί απέναντι στους ληστές μας. Έλα κοντά μας, βασιλιά δεν θα σε κάνουμε, μα ένα πιάτο φαί, μια κουβέντα να πεις σαν άνθρωπος θα τα βρεις σε μας, και θα σε τιμούμε όπως κάνουμε μεταξύ μας όλοι.

Αποκρίσου λοιπόν, πες μια λέξη, δώσε μας ένα σημάδι πως μαζί μας θα μείνεις.

Άννα: Λάζαρε, πλάσμα αχάριστο έγινες πάλι με το που είδες το φως σου! Τι θες και γίνεσαι ζήτουλας σ’ αυτόν τον παρακατιανό; Τίποτα δεν έκανε αυτός για σένα … Εμείς κλάψαμε το τέλος σου, σε πλύναμε και σε ντύσαμε πριν σε βρει ο Άδης, εμείς μέχρι την ώρα που σε φέραμε ως το λάκκο, δοκιμάσαμε κάθε γιατρικό και μαγεία πάνω σου. Γύρισες και μας βρήκες εδώ, σαν να μην έφυγε ποτέ από πάνω σου ο ίσκιος της ζωής. Και όμως εσύ καλείς αυτόν τον αλλοπαρμένο που για παντοδύναμος καμώνεται απ’ την ώρα που ήρθε εδώ.

Άφησέ τον να τσακιστεί να φύγει από δω, για καλό δεν ήρθε, ρώτα όποιον θες ούτε να σε πλησιάσει δεν ήθελε, να αγγίξει το κορμί σου, να δει το χτικιό που σερνόταν κάτω από τις πληγές σου και μέσα σου απρόσμενα γεννήθηκε.

Άιντε, πάμε να στρώσουμε το τραπέζι να χαρούμε, αυτός πρέπει να μείνει μακριά μας για πάντα.

Ιάκωβος: Το παιδί του Ιωάννη είναι, του μοιάζει κιόλας, έλειπε πολλά χρόνια από τα μέρη μας. Και αυτός ο έρμος δεν είχε άλλο δικό του, όταν έχασε την κυρά του. Ακόμα τον θυμάμαι πόσες ελπίδες είχε για την τύχη του γιού του. Κρίμα που δεν είναι ζωντανός να τον καμαρώσει, δυνατό, ώριμο και με τόσες γνώσεις για όσα βλέπει και δεν βλέπει το μάτι το ανθρώπινο.

Άννα: Ξεκούτιανες Ιάκωβε; Πού σου ήρθε και έβγαλες το παιδί του Ιωάννη θεατρίνο και απατεώνα σαν τούτον εδώ; Ο γιός του Ιωάννη δεν θα ’ρχόταν στα σκοτάδια ντυμένος πίσω στα χώματα του πατέρα του. Θα ντρεπόταν να παριστάνει τον γιατρό δίπλα σε μνήματα, ξεγελώντας ανθρώπους πονεμένους. Είχε πάρει τα καλά του πατέρα του, σεβαστικός και ταπεινός. Μα πάνω από όλα δεν θα έκρυβε ποτέ του τίνος σπορά είναι. Αυτός ο ξένος που έχουμε απέναντι μας ούτε το όνομα του δεν έχει ψελλίσει ακόμα.

Νεαρός νεκροθάφτης: Πρώτη μέρα που με φέρανε εδώ για δουλειά και βλέπω μπρος μου τόσα απίστευτα πράγματα. Τόσος κόσμος μέχρι πριν λίγο χτυπιόταν, έκλαιγε, μουρμούραγε για την μοίρα που περιμένει τον καθένα δίχως έλεος, στρίγγλιζαν οι γυναίκες, μια πομπή ολάκερη με ανατριχιαστικούς ήχους να βγαίνουν από μέσα της, μια πομπή που με αργόσυρτο βήμα προχωρούσε, λες και όλοι μαζί μέσα στο χώμα πήγαιναν δίχως περίσκεψη..

Και ξαφνικά ο Λάζαρος είναι ζωντανός ανάμεσα μας. Τέτοιο κεραυνό δέχτηκε ο νους μου, σε τι περίεργο μέρος έμαθα τόσα πολλά. Όλοι τώρα μοιάζουν ευτυχισμένοι, έκπληκτοι και άλαλοι, μα δεν πρόλαβε να ανοίξει τα μάτια του ο Λάζαρος και άρχισαν πάλι τις κακίες, τις αθλιότητες, τα ίδια που κάνουμε κάθε μέρα ο ένας στον άλλο. Θα φύγω από αυτή τη δουλειά, θα πάω να μιλήσω στον ξένο, τον καλεστή του νεκρού, που ποιος διάολος ξέρει αν ήταν τελικά νεκρός;

Aυτός ο ξένος έχει κάτι άλλο, φτωχός μεν σαν εμάς αλλά το παράστημα του, τα λόγια του δικά μας δεν είναι. Ποιος ξέρει τι τύχη μπορεί να έχω μαζί του, πόσο μάλλον αν μου δείξει λίγα από τα κόλπα του τότε είμαστε πολύ καλά. Λεφτά με τη σέσουλα να βγάζω και ότι μου λέει θα το κάνω.

Kαλεστής: Άννα, δεν βρέθηκα στον τόπο σου για να πλανέψω κανένα, σηκώθηκα και ήρθα από εκεί που κατάγονται οι ελπίδες, οι επιθυμίες σας, τα φριχτά όνειρα σας. Σκέψου πως εσύ φανταζόσουν το Λάζαρο πάλι ζωντανό, εγώ δεν τον φαντάστηκα, τον έκανα ζωντανό. Όλα ίδια πίστευες πως θα έμεναν, έτρεμες αν θα σε στήριζαν οι φίλοι του, αν ο λόγος σου θα μετρούσε όσο ο δικός του, μερικές στιγμές σκέφτηκες πως μπορεί να ήταν και καλύτερα χωρίς αυτόν. Όμως η μοίρα του δεν πέρναγε από το δικό σου χέρι. Γιατί η δύναμη η δική μου δεν μπορεί να σταματήσει την δύναμη, την θέληση των πολλών, των υπόλοιπων αγαπημένων αυτού του ανθρώπου.

Ξέρεις τώρα πως από σήμερα ανήκει στην θέληση τους πιο πολύ από ότι στην δική σου. Θα περπατήσει μια άλλη ζωή, καμμία παλιά του ιδιότητα δεν θα κρατήσει. Νέο όνομα θα βρει, νέα κατοικία και νέους σκοπούς θα διαλέξει να υπηρετήσει. Μην του μιλάς άδικα, δεν σε θυμάται, δεν θυμάται κανένα. Τράβηξε προς το σπιτικό σου και για πάντα ξέχνα τον.

Ιάκωβε, δίκιο έχεις είμαι το παιδί του Ιωάννη. Άλλαξα όμως, δεν μοιάζω με ότι θυμόσουν, δεν είμαι πιο ώριμος και γνωστικός για τον κόσμο. Είμαι και ανελέητος στους φονιάδες και τους αγύρτες. Ξέρω πως έχεις να θρέψεις πολλά στόματα, πως σαν σκύλος όλη μέρα φορτώνεις –ξεφορτώνεις τις αποθήκες των αφεντάδων, μα δεν θα σε λυπηθώ.

Δηλητηρίασες μία νύχτα τον Ιωάννη, δειλά και άτιμα, παίρνοντας από αυτόν την γη του άσωτου ιού του. Τον έπεισες θαυμάσια πως του έφαγα όλο το βιός σε ασωτίες, τον έπεισες να με αποκληρώσει.

Σε πίστεψε, βλέπεις δεν είχε άλλη παρέα στη ζωή του, ήσουν ο φίλος του….Δεν σου έφτανε η μοιρασιά, τάισες την πείνα σου με τον θάνατο του. Ιάκωβε πήγαινε σπίτι σου, οι κόρες και οι γιοί σου περιμένουν να τους σαβανώσεις, πριν έρθω στο Λάζαρο, πέρασα και τους χαιρέτησα με το μαχαίρι μου. Πήγαινε καημένε, ο χρόνος είναι γεμάτος από σπηλιές και θηρία, όποιος τα προκαλέσει φριχτά στα χέρια τους περνάει την υπόλοιπη ζωή του.

Λάζαρε! Σε λίγη ώρα θα απλωθεί παντού η νύχτα και ο κόσμος θα πάει για να πλαγιάσει. Ας περιμένουμε, μια συμφωνία πρέπει να κλείσουμε οι δυο μας.

Λάζαρος: Δεν έχω τίποτα, το βιός μου είναι ότι υπάρχω. Άλλη φορεσιά δεν έχω, δεν κατέχω τίποτα και πλούτη δεν θέλω, μα όσοι γύρω μου με ενθουσιασμό με καλέσουν να εργαστώ πλάι τους θα ακούσουν και την δική μου φωνή στα τραγούδια των χωραφιών από αύριο χαράματα.

Μην μου ζητήσεις να φύγω από εδώ, ξέρεις πως θα σε ακούσω ακόμα και αν μείνω εδώ. Ας νυχτώσει και θα τα πούμε αυτά χωρίς μάρτυρες.

(Παύση 3 λεπτών. Φεύγουν όλοι από την σκηνή, μένουν ο Λάζαρος και ο Καλεστής, βρίσκονται στην ίδια ευθεία στα πέντε βήματα με τις πλάτες γυρισμένες ο ένας στον άλλο. Μονολογούν ενάμιση λεπτό ο καθένας, το φως πέφτει πάνω στον καθένα ξεχωριστά)

Καλεστής: Αφιερωμένος τόσο που είναι σ΄αυτούς θα φοβηθεί μαζί μου να κινήσει. Θα τον απειλήσω με θάνατο, θα του πω πως δεν ανήκουμε στους εαυτούς μας αλλά στους φτωχούς, στους μακάριους του κόσμου.

Λάζαρος: Το μέλλον μου εξαφανίστηκε. Είμαι το Παρόν με σάρκα και οστά, να του αρνηθώ δεν πρέπει, θα χαιρετίσω τους συμπολίτες μου κοιτάζοντας γρήγορα προς τα μέρη που παλεύουν για το ψωμί τους, θα τους υποσχεθώ πως μαζί θα αναστηθούμε ξανά.

(τέλος μονολόγων, πέφτει φως στη σκηνή, πρόσωπο με πρόσωπο οι δυο τους).

Kαλεστής: Υπάρχει μια πολιτεία γεμάτη από ανθρώπους στοιβαγμένους, που σαν ζώα περνούν τις μέρες της ζωής τους, μέσα στον πόνο και τον κόπο. Στα μάτια τους δεν καθρεφτίζεται άλλο χρώμα πέρα από το μαύρο, μόνο μαύρο. Εκεί η μυρωδιά του ιδρώτα μπερδεύεται με τα πανάκριβα αρώματα, τα χρυσάφια και τα μετάξια που κρατά μια χούφτα αρχόντων. Εκεί οι φτωχοί είναι σαν να μην υπάρχουν, είναι αόρατοι για τους εαυτούς τους, δεν έχουν εαυτό.

Λάζαρε από εκεί έρχομαι, από αυτούς κρατάω και όρκο τους έχω δώσει πως με μικρό στρατό θα γυρίσω πίσω, στρατό χωρίς σημαίες και στολές, στρατό που δεν έχει τα συνηθισμένα όπλα.
Λάζαρος: Τότε τι έχει ο στρατός αυτός;

Καλεστής: Πίστη, Μίσος, Δύναμη, Αφοσίωση, Ελευθερία.

Λάζαρος: Και αν τίποτα από όλα αυτά δεν με διακρίνει και μόνο την ησυχία μου ζητήσω πλάι στους ανθρώπους μου εδώ;

(εμφανίζεται ο νεαρός νεκροθάφτης, που μέχρι εκείνη την ώρα παρακολουθούσε κρυμμένος το διάλογο).

Νεαρός νεκροθάφτης: Κύριε!( απευθύνεται στον Καλεστή) γύρισε από τις πύλες του θανάτου και ακόμα τη ζωούλα του σκέφτεται, όπως πριν, ανάξιος να σταθεί εμπρός σου. Άσε πίσω αυτό τον κακόμοιρο. πάρε εμένα μαζί σου, εγώ και πιστεύω και αφοσιώνομαι και Μισώ και έχω δύναμη και η ελευθερία μου αρέσει. Ξένε άσε με να ρθω μαζί σου στο πόλεμο όλων των εποχών.

Καλεστής: Τι υπάρχει μπροστά στα μάτια σας πέρα από σκιές και παρουσίες που μιλούν , σώματα που απλά κινούνται; Εσείς νομίζετε πως είστε ο κόσμος; Eσείς νομίζετε πως είστε η αλήθεια; Νομίζετε πως ένας τέτοιος πόλεμος θα κριθεί από σας αν θα ξεκινήσει η όχι;

Ήρθα να σας καλέσω για να ζήσετε, ήρθα να σας φέρω δίπλα στο ποτάμι του χρόνου, εκεί που η όψη του κόσμου αλλάζει κάθε ημέρα. Εκεί που ο καθένας καταλαβαίνει πως είναι μια σταγόνα στην θάλασσα. Εκεί που καταλαβαίνεις πως για να υπάρξεις πρέπει να διαλέξεις στρατό.

Λάζαρος: Καταραμένε, φύγε! Ήρθες πάνω μου σαν άγγελος μα είσαι κόρακας που διψάει για αίμα, ο Χάρος καλύτερα πίσω να με έπαιρνε παρά φονιάς να γίνω για σένα.

Νεαρός νεκροθάφτης: Αν δεν το κάνεις εσύ (απευθύνεται στον Καλεστή) θα τον πνίξω με τα ίδια μου τα χέρια. Σε λίγο χαράζει πάλι, και δεν αντέχονται οι φωνές των ζώων που ξυπνούν, οι σκιές των ίδιων γυναικών που πάνε στους άντρες νερό για πλύσιμο, δεν αντέχονται οι πρώτες παρέες των ίδιων ανθρώπων, τα ίδια πρωινά τραγούδια των εργατών, η γη που γνωρίζει πως πάλι μέχρι λιποθυμιάς θα την φροντίζουν οι φτωχοί. Δεν αντέχονται τα ίδια σκιάχτρα που το πρώτο ξύπνημα του κόσμου το αντικρίζουν ζωντανεμένα.

Τώρα που ακόμα η απάνθρωπη σκλαβιά της μέρας δεν έχει ξημερώσει ακόμα, τώρα που η λογική μιλά όχι μόνο με το όνειρο αλλά και με τον εφιάλτη, ας φύγουμε Κύριε, σε εκλιπαρώ βγάλε από τη μέση αυτό το άθλιο υποκείμενο.

Καλεστής: Σώπασε φίλε μου, φεύγουμε. Λάζαρε! (τον πλησιάζει φιλικά-αργά) Καληνύχτα, δεν υπήρξες ποτέ ζωντανός, δεν θα υπάρξεις ποτέ σου.

(σκοτάδι για 1 λεπτό στην σκηνή, μουσική μπαρόκ από το Stabat Matter του Περγκολέζι, στον τοίχο πίσω ή σε κάποιο μεγάλο πανί γίνεται αργή εναλλαγή των τριών πινάκων του Καραβάτζο και ακούγεται το παρακάτω κείμενο):

«Ζωγράφισα το Θεό που εξαφανίστηκε σαν άνθρωπος, τον άνθρωπο που σαν Θεός εξαφανίστηκε, πάνω στο σκοτάδι έδειξα τους αόρατους, τους ανύπαρκτους τους φτωχούς.
Παραμορφωμένους, άσχημους, άθλιους, δυνατούς, μαχαιροβγάλτες, λαίμαργους, μοχθηρούς, ζωγράφισα τους αόρατους, τους ανύπαρκτους, τους φτωχούς…ζωγράφισα την αλήθεια.

Ήμουν ο Θωμάς ο Άπιστος, ο Βασανιστής του Ιησού, ο Λάζαρος, ο Καραβάτζο».

Μακάριοι οι φτωχοί. Πράξη δεύτερη: Θωμάς ο άπιστος


Caravaggio, Ο άπιστος Θωμάς, 1601-2.

ΘΕΑΤΡΟ[Υ]ΚΟΣΜΟΣ
ΜΑΚΑΡΙΟΙ ΟΙ ΦΤΩΧΟΙ
ΤΡΕΙΣ ΘΕΑΤΡΙΚΕΣ ΠΡΑΞΕΙΣ ΑΠΟ ΤΡΕΙΣ ΠΙΝΑΚΕΣ ΤΟΥ CARAVAGGIO
ΠΡΑΞΗ ΔΕΥΤΕΡΗ: ΘΩΜΑΣ Ο AΠΙΣΤΟΣ



Θωμάς (την ώρα που περιεργάζεται την πληγή του Ιησού- ο φωτισμός από την τετράδα απομονώνει μόνο αυτόν-μιλά από μέσα του): Είναι αυτός! Όλα φαίνονται αληθινά, το σημείο της πληγής από την λόγχη, το βάθος και το πλάτος της. Ακόμα και το ξεραμένο δέρμα γύρω και μέσα στην πληγή είναι πάνω-κάτω των ημερών που πέρασαν από την σταύρωση. Όλα φαίνονται αληθινά, και αυτός, είναι αυτός που πίστεψα και ακολούθησα, το σώμα του, αδύνατο και λευκό, με τα μαλλιά του ίδια όπως πάντα, τα μάτια του είναι δικά του αν και με λιγότερο φως….τα ρούχα του όπως τον ντύσαμε στην αποκαθήλωση του.

Θα σπάσει το κεφάλι μου. Πώς να πιστέψω αυτό που βλέπω και αγγίζω τώρα; Και η λογική μου δεν χωράει καθόλου σ΄αυτά που η ζωή φέρνει μπροστά. Είναι αυτός. Αλλά γιατί επέστρεψε; Τι σκέφτομαι, είμαι σίγουρος κάποιος νεαρός σωσίας του θα είναι. Δεν ήταν και λίγοι αυτοί που ήθελαν να πάρουν κάτι από την αίγλη του. Θα του το πω. Όχι κύριε-όποιος και αν είσαι-δεν μου αρκεί η απόδειξη των αισθήσεων, αποκλείεται να είσαι ξανά αυτός. Εκείνο το μοναδικό γεγονός, η μοναδική δύναμη, ο μοναδικός λόγος παρουσιάστηκε μία φορά. Έτσι δεν γίνεται στη ζωή; Να σε εμπιστευτώ περισσότερο από αυτό που έζησα; Θα πάρω θάρρος και θα του μιλήσω με αυτά τα λόγια, παρόλο που τρέμω στην πιθανότητα να είναι πράγματι αυτός.

Ιωάννης (το ίδιο, μονόλογος-φως μόνο στο πρόσωπο του): Στέκομαι μπροστά στον αιφνιδιασμό και την δύναμη της εμφάνισης του. Είμαστε πάλι μαζί, έτοιμοι να περπατήσουμε από πόλη σε πόλη, να εξαπλώσουμε το όραμα μας, να γεμίσουμε τις ψυχές εκατομμυρίων ανθρώπων με ένα νέο υλικό. Είναι αναμφίβολα αυτός. Και ελπίζω και άλλοι δυο να το καταλάβουν. Χρειαζόμαστε αυτή την επανεμφάνιση, μπορούμε να την διαδώσουμε, να τρομοκρατήσουμε τους εχθρούς μας, να στρατολογήσουμε και άλλους φίλους, να υφάνουμε γύρω από εμάς ένα μαγικό πέπλο δύναμης. Ο χρόνος, η ζωή και ο θάνατος είναι υπό αίρεση όταν το θελήσουμε εμείς, πέρα από κάθε ηλίθιο φόβο απέναντι στο απροσδόκητο, το εξαιρετικό, το καινούριο που έρχεται.

Ο Θωμάς θα αρχίσει πάλι τα ίδια. Αμφιβολίες και δισταγμούς. Φιλοσοφίες δίχως αντίκρισμα, θεωρίες δίχως η κόψη τους να τρυπά την καθημερινότητα αυτού του κόσμου.

Λες και εμείς οι υπόλοιποι, δεν έχουμε ενδοιασμούς, λες και δεν αναρωτηθήκαμε ποτέ αν η γνώση είναι η εργασία που βγάζει σε πέρας όλη η ανθρωπότητα. Μα δεν προέχει αυτό, προέχει τι κάνεις την γνώση σαν δική σου την έχεις περισσότερο από τους άλλους. Πρέπει να του μιλήσω, να πάψει να χασομερά, έξω όλα αλλάζουν, καταρρέει η παλιά εξουσία, περισσότεροι φτωχοί γεννιούνται και πεθαίνουν, ο κόσμος αναζητά μια λάμψη από το μέλλον.

Πρέπει να εκμεταλλευτούμε την επανεμφάνιση και το ομοίωμα του δασκάλου….κοίτα πως περιεργάζεται το σώμα, σαν ανατόμος, επιστήμονας σε κάποια αίθουσα, μόνος κλεισμένος να αναγκάζεται μέχρι εξάντλησης να μελετά τις λεπτομέρειες. Πόσο καλά τον ξέρω! Θα τον κομμάτιαζε, θα τον άνοιγε να δει τα σωθικά, θα έβαζε με τάξη όλα τα εντόσθια του δασκάλου πάνω σε ένα τραπέζι, περιμένοντας να βρεί ψυχή και Θεό….χρόνος και κόπος χαμένος.

Ματθαίος (το ίδιο –μονόλογος): Αλίμονο μας, αυτή η παρουσία μας αναγκάζει να πάρουμε γρήγορα θέση, να κοιτάξουμε ίσια μπροστά, έτοιμοι να αποφασίσουμε αν όσα πιστέψαμε πρέπει να πεταχτούν στα σκουπίδια ή να γονατίσουμε μπροστά στην παντοδυναμία αυτού του συμβάντος, να γίνουμε στρατιώτες του, μεταφορείς μίας πύρινης προσταγής…Από τώρα και στο εξής αυτός ο κόσμος δεν μπορεί να μείνει ίδιος! Δεν πρέπει να τον αφήσουμε ίδιο!

Όμως έχει ένα δίκιο ο Θωμάς. Σε ποια βάση στηρίζουμε τούτη την ώρα, σήμερα, αυτό μας το πιστεύω; Θα μου έστριβε αν καταλάβαινα πως μπροστά μου παρουσιάστηκε ένας κοινός απατεώνας, ένας αλήτης του δρόμου, του υπόκοσμου, δήθεν να παραστήσει το δάσκαλο μου. Όχι, ο Ιωάννης μπορεί να είναι έτοιμος να κάνει τα πάντα για να δυναμώσουν οι ιδέες μας, όμως τώρα δεν φτάνει μόνο αυτό. Αυτή η παρουσία μάς ζητά να πούμε από την αρχή το όνομα μας, να γράψουμε βαθιά στα σπλάχνα μας το λόγο που μας ορίζει σ΄αυτή την ζωή. Να ξεκαθαρίσουμε μέσα μας αν αξίζει να πνίξουμε στο αίμα τις παλιές πολιτείες.

Και αν το κάλεσμα για να αρχίσουμε είναι αυτό; Με τη μορφή αυτή, το σώμα ενός κουρελή, γιατί όχι, αν…λέω αν αυτή μας η έκπληξη δείχνει την ανικανότητα και τη δειλία μας;

Nα ερευνήσω σαν το Θωμά, να βάλω ακόμα πιο βαθιά τα χέρια στην πληγή, να του ζητήσω μαγείες τέτοιες που να μην μπορώ να αμφιβάλλω. Μπορώ να αφήσω το Θωμά να φανεί ο πιο Άπιστος από τους τρείς. Θα σπάσω πρώτος τη σιωπή, θα τον καλωσορίσω πρώτος…(ο λόγος προς τον Ιησού-φωτισμός και των τεσσάρων μόνο πάνω στο χώρο που καταλαμβάνουν τα σώματα, η υπόλοιπη σκηνή στο σκοτάδι).

Καλώς ήρθες, τα σημάδια που φέρνεις πάνω σου, μας ξαναθυμίζουν τον πόλεμο που όλοι με την θέληση μας διεξάγουμε, καλώς ήρθες παρουσία!

Ιησούς ή ο άνθρωπος που τον παριστάνει: Δεν ήρθα για να σας πως με λόγια αυτό που θέλω να πω. Δεν ήρθα για να ανατρέψω την απόδειξη του ποιος γνωρίζει και ποιος όχι, δεν ήρθα να σας πω ‘‘αυτός είμαι γονατίστε’’. Δεν ήρθα εδώ με τις πληγές ανοιχτές ακόμα, για να αποδείξω την συνέχεια των λόγων και των έργων που πιστέψατε.

Δεν είμαι αυτός που περιμένετε, δεν είμαι κάποιο οικείο πρόσωπο, καμία γνωστή λογική που συνηθίσατε να έχετε.

Σαν ξένος ήρθα από όλα όσα μέχρι σήμερα σας έκαναν αυτό που είστε. Και ίδιος με τον δάσκαλο σας έγινα, για να ανοίξει πλατύτερα η ρωγμή ανάμεσα σε αυτό που βλέπετε και σε αυτό που υπάρχει, σε αυτό που θέλετε να κάνετε αλλά συνεχίζει να είναι δέσμιο από την ορατότητα του κόσμου και όχι από τον κόσμο στην αλήθεια του.

Δεν είμαι κανείς, είμαι όμως φτωχός, είμαι ένα τίποτα του υποκόσμου, ένας κουρελής που σας παρακολουθεί καιρό τώρα, σας ακούει όταν μιλάτε μεταξύ σας και από μέσα σας ακόμα. Τρέμετε για μένα και ας έχετε κάποιον άλλο στο μυαλό, όλα σας τα κηρύγματα μιλάνε για την δικιά μου λύτρωση κάποτε και κάπου αλλού.

Αν και ποτέ δεν μου δώσατε το λόγο, αν και ποτέ δεν με ρωτήσατε για την αιτία της κατάντιας μου, αποφάσισα και παρουσιάστηκα μπροστά σας, ίδιος με το δάσκαλο σας, με τις ίδιες πληγές πάνω μου, με την ίδια δύναμη να σας πείσω.

Θωμά! Δεν είμαι το σώμα της Θείας επιστροφής. Το κορμί μου είναι ο χάρτης των καταστροφών, μην αγγίζεις για να γνωρίσεις, άγγιξε για να επουλώσεις, να ιάσεις ή να θανατώσεις.

Ιωάννη! Ναι είμαι η παρουσία του συμβάντος, η αφορμή για μία αιώνια δράση, ήρθα για να γίνει κάτι σε εσάς, να κάνετε κάτι εσείς στον κόσμο όλο.

Ματθαίε! Διάλεξες μέρος, μην φοβάσαι τόσο ώστε θεατής να μένεις στην γνώμη των άλλων. Περπάτησε ανάμεσα στη γνώση και τη δράση. Ξεκίνα μαζί μας, ετοιμάζοντας την πιο μεγάλη φωτιά μέσα στο πιο πηχτό σκοτάδι, για να έρθει το φως της γνώσης απαλό και ζεστό την στιγμή που όλες τις μορφές του κόπου μας όρθιες θα πρέπει να δούμε στο μυαλό μας μέσα.

Δεν είμαι αυτός! Είμαι ο λόγος για να ξεκινήσετε, το χέρι μου απλώνω όχι για να σας προστάξω μα για να κρατήσω τα χέρια σας.

Θωμάς: Τι τον κοιτάτε; Βγάλτε τα μαχαίρια να πάρει το μάθημα που του αξίζει, απατεώνα θα σε κομματιάσω! (κινείται με μένος προς το σωσία του Ιησού, μπαίνει μπροστά ο Ματθαίος)

Ματθαίος: Όχι!! Όποιος και αν είναι, είναι ένας από εμάς, το πρόσωπο όλων αυτών που μας περιμένουν...

Θωμάς: Φύγε και εσύ! Σωστά δεν πίστεψα από την αρχή τα κόλπα του. Φύγε! (πέφτει πάνω στον Ματθαίο και τον σφάζει, πριν προλάβει να μαχαιρώσει τον Ιησού βλέπει τον Ιωάννη να το κάνει αυτός, εδώ οι φόνοι να είναι όσο γίνεται πιο παραστατικοί-ρεαλιστικοί)

Ιωάννης: Τώρα μείναμε οι δυο μας. Αυτό που ήθελες να γίνει έγινε. Ο πραγματικός δάσκαλος είναι στον τάφο και το ομοίωμα του τον συνάντησε, από το δικό μου μαχαίρι αποτελειωμένο Θωμά.

Πίστευες πως θα γύριζα σε εσένα τη μάχαιρα μα έξω έπεσες. Γιατί οι υπολογισμοί σου πάντα υποτιμούν πως η τελική απόφαση δεν ανήκει σε καμία πρόγνωση. Γιατί ήρθες μαζί μας; Για να βαδίσουμε μόνοι στα σκοτεινά λαγούμια της ψυχής, του πνεύματος και της σκέψης που νομίζει ότι αγκαλιάζει το νόημα κάθε πράγματος;

Ήρθες μαζί μας για να προστατέψεις τους ανθρώπους μας από την πείνα, την αμάθεια και το φόβο; Για να σταματήσεις την εξουσία που πάνω σε αυτούς τους σημαδεμένους βαδίζει αγέρωχη και προκλητική;

Φτάσαμε μέχρι την καρδιά των απλών ανθρώπων και εσύ λάτρεψες τις αποδείξεις και τα πρόσωπα; Φίλε μου λίγες οι φιλοδοξίες σου για την αληθινή γνώση.

Θωμάς: Ιωάννη, μην περιμένεις άλλα λόγια. Τέλειωσε και με μένα, έτσι είναι όπως την λες η αλήθεια. Προχώρησε μόνος και αποκάλυψε τα σημάδια του καιρού στους ανθρώπους μας. Δεν ήθελα να αλλάξω τον κόσμο αλλά να τον καταλάβω. Άσε με δίπλα στα νεκρά κορμιά των δικών μας… σήμερα αυτή η παρουσία έπρεπε να γεμίσει τη νύχτα με αίμα, να βρεθεί το χρώμα που ζωγραφίζει το μέλλον.

Ιωάννης: Θα προχωρήσουμε μαζί, με δυνάμεις περισσότερες, κανείς δεν θα μπορέσει να σταματήσει το φανατισμό ενός χθεσινού Άπιστου, που σήμερα ζεί σήμερα για να βάλει όλη τη γη να γυρίζει γύρω από το σκοπό του.

Κανείς δεν θα τολμήσει να αρνηθεί την επέλαση της νέας ζωής, όταν θα υπάρχεις εσύ να του θυμίζεις πώς ‘‘να αμφιβάλουμε για το παλιό και να πιστεύουμε στο νέο’’.

Είσαι η ζωντανή απόδειξη της μεταστροφής, το κατέβασμα των ματιών από τον ουρανό στη γη, το χέρι που αγγίζει για να γνωρίσει αλλά αγγίζει και για να αφαιρέσει, να εξαφανίσει το σώμα των ψυχρών αποδείξεων.

Θωμά, σε καλώ να φύγουμε τώρα πριν ξημερώσει, τότε που όλα φαίνονται και καταδικάζονται ακόμα και πράξεις σαν τις αποψινές, ακόμα και άνθρωποι σαν εμάς, που τον κόσμο θέλουμε να γυρίσουμε ανάποδα. Αύριο, κοντά στην Δαμασκό, μας περιμένουν και άλλοι, ας πηγαίνουμε…

Θωμάς: Να πλύνουμε πρώτα τα χέρια από το αίμα.

Ιωάννης: Άσ’ τα, θα ξαναγεμίσουν...