Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Θέατρο κ Φιλοσοφία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Θέατρο κ Φιλοσοφία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 9 Απριλίου 2011

Ο σαιξπηρικός Αμλετ και οι προϋποθέσεις μιας δύσκολης επιλογής


•Από τον Δήμο Μαρουδή
•Βιβλιοθήκη, Σάββατο 22 Ιανουαρίου 2011


ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΑΠΟ ΤΟ lookafter.wordpress.com


Είναι γνωστό πως ο Αμλετ είναι ένα από τα κορυφαία δράματα του Ουίλιαμ Σαίξπηρ. Αυτό που δεν είναι τόσο γνωστό είναι πως το εν λόγω έργο είναι το κατεξοχήν δράμα του Σαίξπηρ που προσφέρεται για αλλεπάλληλες ερμηνείες, με αποτέλεσμα κάθε προσέγγιση του έργου να συνιστά και μια ερμηνεία του σ’ ένα διαφορετικό επίπεδο και με διαφορετικούς όρους.

Συνοπτικά η υπόθεση του έργου έχει ως εξής: ο πατέρας τού Αμλετ, ο βασιλιάς της Δανίας, σ’ έναν νικηφόρο πόλεμο σκοτώνει τον βασιλιά της Νορβηγίας. Ενώ ο Φορτεμπράς, ο γιος του βασιλιά της Νορβηγίας, ετοιμάζεται για έναν νέο πόλεμο, ο βασιλιάς της Δανίας δολοφονείται από τον αδελφό του, ο οποίος σφετερίζεται έτσι τον θρόνο της Δανίας και παντρεύεται τη χήρα του σκοτωμένου βασιλιά. Οι αδελφοί των σκοτωμένων βασιλιάδων σταματούν τον πόλεμο. Κάποια στιγμή το φάντασμα του πολέμαρχου πατέρα ζητεί από τον νεαρό Αμλετ να εκδικηθεί τον θάνατό του. Ο Αμλετ αποφασίζει να αυτοεξοριστεί μα τελικά επιστρέφει και διαπράττει μια σειρά από φόνους, πρώτος από τους οποίους είναι ο φόνος του Πολώνιου, του πατέρα της φίλης του Οφηλίας. Στην τελική σκηνή του έργου ο Αμλετ σκοτώνει τον Λαέρτη σε μονομαχία -τον αδελφό της Οφηλίας- και έπειτα τον ίδιο τον βασιλιά σφετεριστή Κλαύδιο, ενώ η μητέρα του πέφτει νεκρή από το δηλητηριασμένο κρασί που προοριζόταν για τον ίδιο. Ο ίδιος ο Αμλετ πέφτει νεκρός από το δηλητηριασμένο ξίφος του Λαέρτη, ενώ ο Φορτεμπράς καταφτάνει και προστάζει να μεταφέρουν το άψυχο σώμα του Αμλετ εκτός σκηνής.

Ο Αμλετ είναι ένα από τα περισσότερο συζητημένα και σχολιασμένα έργα του δραματουργικού ρεπερτορίου, εν τούτοις πολύ σπάνια επιχειρείται να ιδωθεί το εν λόγω δράμα από μια συνολική οπτική. Πολλά ανεβάσματά του τονίζουν την πολιτική διάσταση του έργου, αντιμετωπίζοντας τον Αμλετ ως έναν επαναστάτη που διαβάζει Μονταίνιο και αρνείται να υποταχθεί στην οποιαδήποτε εξουσία. Αλλοτε πάλι προτάσσουν «τον ηθικολόγο που είναι ανίκανος να χαράξει μια σαφή γραμμή ανάμεσα στο καλό και το κακό ή τον διανοούμενο που είναι ανίκανος να βρει επαρκή λόγο για δράση». Ή πάλι «τον φιλόσοφο που αμφιβάλλει για την ύπαρξη του κόσμου» (Γιαν Κοτ, Σαίξπηρ, ο σύγχρονός μας, Ηριδανός, σ. 72). Εμείς, με τη σειρά μας, θα επισημάνουμε πως ο νεαρός Αμλετ ζει σ’ έναν κόσμο απογυμνωμένο από νόημα· η βιωματική συνθήκη ύπαρξης του δανού πρίγκιπα είναι πως είναι αναγκασμένος να περιφέρεται σ’ έναν αποξενωμένο και εχθρικό προς αυτόν κόσμο σαν φάντασμα, όντας αυτός ο ίδιος εξαρχής νεκρός.

Ο Γιαν Κοτ, μιλώντας για το νοηματικό και ιστορικό υπόβαθρο των μεγάλων σαιξπηρικών δραμάτων, τον Μεγάλο Μηχανισμό, σημειώνει: Αλλά τι είναι αυτός ο Μέγας Μηχανισμός που μπαίνει σε κίνηση στα πόδια του θρόνου και που απ’ αυτόν εξαρτάται ολόκληρο το βασίλειο, που μεγάλοι άρχοντες και πληρωμένοι φονιάδες είναι τα γρανάζια του, που εξωθεί τους ανθρώπους στη βία, τη θηριωδία και την προδοσία, που ασταμάτητα απαιτεί νέα θύματα, και όπου η οδός προς την εξουσία είναι ταυτόχρονα και οδός προς τον θάνατο; Για τον Σαίξπηρ αυτός ο Μέγας Μηχανισμός είναι η τάξη της ιστορίας, όπου ο βασιλιάς είναι βασιλιάς ελέω Θεού. (Γιαν Κοτ, Σαίξπηρ, ο σύγχρονός μας, σ.50). Οσον αφορά τον Αμλετ, τούτη η απόλυτη τάξη έχει θιγεί: ο πατέρας τού Αμλετ και νόμιμος βασιλιάς της Δανίας έχει δολοφονηθεί από τον σφετεριστή του θρόνου Κλαύδιο, ο οποίος εκτός των άλλων έχει παντρευτεί την πρώην νόμιμη βασίλισσα, τη μητέρα του Αμλετ. Ακριβώς γι’ αυτούς τους λόγους ο Αμλετ είναι διπλά προσβεβλημένος. Δίχως να θέλουμε να προσφύγουμε στην ψυχαναλυτική ερμηνεία πρέπει να οριοθετήσουμε την ιδιόμορφη όσο και χαρακτηριστική κατάσταση του δανού πρίγκιπα. Ο Αμλετ με τη δολοφονία του πατέρα του έχασε μονομιάς πατέρα, μητέρα (οικογενειακή σχέση) καθώς και το νόμιμο δικαίωμα στον θρόνο. Τούτη η πολύπλευρη στέρηση δικαιωμάτων σημαίνει γι’ αυτόν στην πραγματικότητα στέρηση του δικαιώματος για ύπαρξη. Αν και σε μεγάλο βαθμό είναι σκόπιμος ο παραλληλισμός του Αμλετ με τον αισχύλειο Ορέστη -έχουν και οι δύο χάσει τον βασιλιά-πατέρα τους, και είναι και οι δύο επιφορτισμένοι με την ευθύνη να εκδικηθούν τον θάνατό του- εντούτοις υπάρχει μια βασική διαφορά όσον αφορά τις προϋποθέσεις που σκιαγραφούν τους δύο ήρωες: ο Ορέστης βρίσκεται αντιμέτωπος με μιαν ύβρι ως προς τους θεούς -ο φόνος του Αγαμέμνονα από την Κλυταιμνήστρα συνιστά έγκλημα καθοσιώσεως- καθώς και η εκδίκηση του φόνου από τον Ορέστη- ο φόνος της Κλυταιμνήστρας- είναι προαποφασισμένη από τον ίδιο τον Απόλλωνα. Στην περίπτωση του Αμλετ, ακόμα και η υπόρρητη παρουσία του Μεγάλου Μηχανισμού δεν ισοδυναμεί με άνωθεν υπόδειξη των θεών προς τον Αμλετ, να εκδικηθεί τον φόνο του πατέρα του. Κάτι τέτοιο του το ζητεί το ίδιο το φάντασμα του πατέρα του.

Στο πρώτο μέρος του δράματος, συγκεκριμένα μέχρι τον φόνο του Πολώνιου, ο Αμλετ είναι νεκρός, για την ακρίβεια είναι μια σκιά, ένα φάντασμα (μπορεί εξάλλου να συνομιλεί με τους νεκρούς, αλλά και κατεβαίνει αργότερα, επιβεβαιώνοντας την αρχική του απουσία, μέσα στον τάφο της Οφηλίας). Ο «καλός μαθητής» του Μονταίνιου, ο σπουδαστής του Πανεπιστημίου της Βιτεμβέργης, είναι αναντίρρητα ένας διανοούμενος με ηθικά αιτήματα – η θέση του μέσα στις μηχανορραφίες της αυλής της Δανίας είναι ούτως ή άλλως μειονεκτική. Είναι ένας άνθρωπος του ουμανισμού της Αναγέννησης, ενός κόσμου που απογυμνώθηκε από τις αυταπάτες (Γιαν Κοτ). Αλλά ως μια ηθική προσωπικότητα -ούτως ή άλλως απείρως πιο ευαίσθητος και ηθικός από τους ανθρώπους που τον περιβάλλουν- είναι, κατά πολλούς, «το πρώτο αληθινά σύγχρονο άτομο, είναι η προσωποποίηση της ιδέας της ατομικότητας, ακριβώς για τον λόγο πως φοβάται την οριστικότητα του θανάτου, τον τρόμο της αβύσσου» (Μ. Χορκχάιμερ, Η έκλειψη του Λόγου, εκδ. Κριτική σ. 170).

Ο δανός πρίγκιπας βρίσκεται, αμετάκλητα, προ δύο επιλογών: να σκοτώσει εκδικούμενος για τον φόνο του πατέρα του ή να μη σκοτώσει.

Οπως σημειώνει ο Γιαν Κοτ σχολιάζοντας τις παρατηρήσεις του Μπρεχτ, ο Αμλετ βρίσκεται μπροστά σε δύο επιλογές που τον αποβάλλουν αμφότερες από την κοινωνία· ως άνθρωπος που έχει σκοτώσει και ως άνθρωπος που δεν έχει πάρει εκδίκηση για τον φόνο του πατέρα του. Καθώς «ποτέ δεν θα μπορέσει να είναι πια ο ίδιος» (Γιαν Κοτ, Θεοφαγία, σ. 277) προβάλλει στον νου του η δυνατότητα της αυτοκτονίας. Καθώς όμως τα φαντάσματα δεν αυτοκτονούν, όντας ήδη νεκρά, μα, αγωνίζονται για να μηνύσουν στους ζωντανούς την παρουσία τους, ο Αμλετ ξεκινά με τον φόνο του Πολώνιου.

Το ιδιόρρυθμο passage a l’ acte («πέρασμα στην πράξη», ψυχαναλυτικός όρος) του Αμλετ συνιστά μια σειρά ενεργειών εκ μέρους του, που εμφανίζονται σαν αντανακλαστικές, στην ουσία όμως αποτελούν αμιγώς ανάληψη ευθύνης. Σε όλη τη διάρκεια του αριστουργήματος του Σαίξπηρ παρακολουθούμε την αντινομία «ηθικότητα -ποταπότητα και συμφέρον» να εκτυλίσσεται ως θεατρική πράξη, με πρωταγωνιστές τα πρόσωπα της αυλής τής Ελσινόρης. Εδώ είναι παντελώς αδύνατη «η πράξη» του διανοούμενου Αμλετ ως λόγος – ο ρόλος του Αμλετ δεν είναι αυτός του «παιδαγωγού» ενός δεδομένου περιβάλλοντος, το πικρό χιούμορ των λεχθέντων του διαφωτίζει κυρίως τον δρόμο του προς την πράξη.

Μπαίνουμε στον πειρασμό να ξαναθυμηθούμε τον αρκετά κατοπινό από τον Σαίξπηρ Γκαίτε, συγκεκριμένα το πρώτο μέρος του Πρώτου Φάουστ του μεγάλου γερμανού ποιητή: ο δόκτωρ Φάουστ διαβάζοντας τη Βίβλο ορίζει με σαφήνεια το καθήκον του ατόμου της νεωτερικότητας – που είχε αρχίσει ν’ αχνοφαίνεται ήδη στον καιρό του Σαίξπηρ: την πράξη. Ο Δανός Αμλετ μιλά στο όνομα της αξιοπρέπειας και προχωρεί στον ολοσχερή αφανισμό του παλατιού τής Ελσινόρης χάριν του απαράγραπτου ηθικού νόμου, που του υπαγορεύει την έξοδό του από την ανυπαρξία με τον πιο παράδοξο τρόπο: κάτι σάπιο πρέπει να πάψει να υπάρχει, με οποιοδήποτε κόστος· εδώ δεν έχουμε τον Μάκβεθ, εκόντα – άκοντα φονιά, όργανο επαλήθευσης μιας τραγικής προφητείας, μα τον Αμλετ, που θα ζωντανέψει με τις ραφινάτες οδηγίες του τη θεατρική παράσταση των περιοδευόντων κωμωδών και θα σκηνοθετήσει ως δεύτερος «Δημιουργός» την τελική κάθαρση, με όργανο όχι τη γραφίδα ενός εμβριθούς λόγιου, μα με την αιχμή του ξίφους του.

Μέχρι το τέλος του έργου, μετά την αυτοκτονία της Οφηλίας, πέφτουν νεκροί από το ξίφος του δανού πρίγκιπα ο Λαέρτης και ο Κλαύδιος, ενώ η μητέρα του, Γερτρούδη, πεθαίνει δηλητηριασμένη. Ο Φορτεμπράς, που φτάνει την τελευταία στιγμή, διατάζει να θάψουν το πτώμα του Αμλετ αναγνωρίζοντας την αξία του νεκρού πρίγκιπα, δωρίζοντάς του ίσως για πρώτη φορά ουσιαστικά, αν και μετά θάνατον, το όνομά του: Αμλετ.

Θαυμάσια η μετάφραση του Γιώργου Χειμωνά. *

Κυριακή 24 Οκτωβρίου 2010

ΜΑΚΑΡΙΟΙ ΟΙ ΦΤΩΧΟΙ /ΣΚΕΨΕΙΣ ΓΙΑ ΤΟ ΕΡΓΟ


ΘΕΑΤΡΟ[Υ]ΚΟΣΜΟΣ
ΜΑΚΑΡΙΟΙ ΟΙ ΦΤΩΧΟΙ
Τρείς Θεατρικές Πράξεις από Τρείς Πίνακες του Καραβάτζο
ΣΚΕΨΕΙΣ ΓΙΑ ΤΟ ΕΡΓΟ


1. Το φθινόπωρο του 2008 μετά από μία συνομιλία με ένα φίλο που ασχολείται με τη ζωγραφική, βρέθηκε στα χέρια μου μια έκδοση που περιλάμβανε τους σημαντικότερους πίνακες του μεγάλου Ιταλού ζωγράφου Μ.Καραβάτζο. Η έκπληξη που με κατέλαβε μπροστά στο μεγαλείο μιας ζωγραφικής που χρησιμοποιεί το ρεαλισμό για να αποδώσει μία απίστευτη Θεατρικότητα ήταν μεγάλη.Μια σχεδόν βλάσφημη από-Θεοποίηση των ιερών προσώπων της Χριστιανικής παράδοσης και μία όχι ανθρωποποίηση τους αλλά επι της ουσίας μία εκμετάλλευση τους στην εμφάνιση ενός συμβάντος αλήθειας. Η ζωγραφική του Καραβάτζο μοιάζει σαν να ανοίγει μία αυλαία που πίσω της ήδη διεξάγεται μία σκηνικότητα, μία καθολική πράξη. Οι φτωχοί, οι προλετάριοι και οι απόκληροι της Μπαρόκ εποχής μπαίνουν μέσα στο κάδρο για να παραστήσουν τα πιο Θεία γεγονότα. Ο Καραβάτζο τοποθετεί στο προσκήνιο της Εκκλησιαστικής ιστορίας το πόπολο, και αυτή η αναγνώριση της αλήθειας ως ορατότητας των φτωχών ήταν που μου έδωσε την πρώτη ιδέα για να γράψω ένα θεατρικό έργο με αφορμή τη ζωγραφική του Καραβάτζο.

2. Οι τρείς πίνακες, Ιδού ο Άνθρωπος, Θωμάς ο Άπιστος, Η Ανάσταση του Λαζάρου, επιλέχθηκαν με σκοπό να αποδώσω μια συνεκτική δραματική αλληλουχία της σχέσης συμβάν-υποκείμενο-πράξη. Το πρώτο πράγμα ήταν να φανταστώ τους πίνακες σαν ολοζώντανες σκηνές που πάγωσαν σε ένα συγκεκριμένο σημείο και εγώ έπρεπε να τους επαναφέρω στη ζωή δίνοντας μία συνέχεια στην απεικόνιση, βγάζοντας τις μορφές από την αναπαράσταση και κατευθύνοντας τες στο να ενεργοποιήσουν λόγο και δράση. Από αυτή την άποψη, η γραφή της κάθε πράξης ξεκινά από την απεικόνιση του πίνακα και δεν καταλήγει σε αυτή. Τρείς πίνακες και τρείς πράξεις που διαπραγματεύονται μία αντι-Φαινομενολογική προσέγγιση, με φιλοσοφικούς μονολόγους και διαλόγους και με μία έμφαση στην πολιτική και πνευματική σχέση εξάρτησης και ελευθερίας του Υποκειμένου με το Μεσσιανικό στοιχείο γενικότερα.

3. Θέτω τρεις στιγμές, στην πρώτη πράξη επιχειρώ την αποδόμηση του ιστορικού Χριστού και την επανεμφάνιση του υποκειμένου ως μίας αποενοχοποίησης της ανθρωπινότητας αλλά και ως μίας μηδενιστικής προσέγγισης της. Το πρώτο στοιχείο εδώ είναι η επίθεση στον ανθρωπισμό αλλά και στο Θεολογικό, υπερασπίζοντας τον ρεαλισμό της δύναμης, της εξουσίας, των παθών και της ελπίδας. Σε αυτή την πράξη έχουμε ένα απρόσμενο πραξικόπημα που ενεργοποιεί ένα στοχασμό για το ζήτημα της πίστης της μάζας ως προς ένα υπερ-Υποκείμενο που ανά πάσα στιγμή ακριβώς γιατί η μάζα είναι εκτός των εξελίξεων μπορεί να αναπαράγεται μέσω μίας διαρκούς αντικατάστασης (ο βαστάζος που γίνεται διάδοχος του Ιησού). Όχι τυχαία, για να αναδείξω αυτή την κατάσταση, το πλήθος χρησιμοποιείται, δεν πρωταγωνιστεί-ακούγεται και καλείται στο τέλος.

4. Το δεύτερο στοιχείο είναι αυτό που θέτω στην 2η πράξη. Η γνώση και η αλήθεια πέρα από το φαίνεσθαι. Ο Θωμάς ο Άπιστος, ο ερευνητής και ο απόστολος μαζί ιδανικά ανοίγουν το πρόβλημα γύρω από τη γνώση και την υπηρεσία της. Αυτή η πράξη είναι αφιερωμένη στην σχέση συμβάντος και πίστης. Εδώ όλοι γνωρίζουν την αλήθεια της απομίμησης του Ιησού, όμως το ζήτημα είναι άλλο, πρέπει η όχι να κρίνουμε το συμβάν με βάση την πίστη και την υποκειμενοποίηση που δημιουργεί; H γνώση που δεν έρχεται από την επιλεγμένη δράση προς κάτι –προς ένα σκοπό– τι νόημα έχει; Αυτά που δεν φαίνονται είναι οι ιδέες -οι σκοποί- οι αποφάσεις μέχρι να γίνουν πράξη, αυτά που δεν φαίνονται στο Θέατρο είναι τα μόνα φανερά και ο Καραβάτζο κάνει το ίδιο με την ζωγραφική του. Φέρνει στο φως μία παράσταση που δεν προϋπάρχει πουθενά πέρα από την υποκειμενική παρέμβαση που κάνει ο ίδιος στις παραστάσεις και παραδόσεις μίας ιδεολογίας. Ο πίνακας αυτός είναι η κριτική της επιστήμης όχι από Θεολογική σκοπιά αλλά από υλιστική σκοπιά. Κάθε συμβάν είναι ένας Χριστός για αυτό δεν υπάρχει σαν πρόσωπο, για αυτό το αντικειμενικό είναι αυτό που θέτει ενώπιον μας τον μετασχηματισμό.

5. Η Ανάσταση του Λαζάρου είναι μία κομμουνιστική αλληγορία, θέτω επί σκηνής το πλήθος, το μοιρολόι που σκοπεύει στην επαναφορά της μονάδας στο συλλογικό. Μέσα από την σκέψη της κοινότητας και από την σκέψη της στράτευσης ορίζεται το αναγκαίο του αναστάσιμου. Να αναγεννηθούμε για να αγωνιστούμε, αυτό εκβιάζει σχεδόν τρομακτικά ο Καλεστής, δεν αρκεί η επιστροφή στο ζειν, η ενασχόληση και ο σεβασμός των κοινών. Το ουσιαστικό στην επιστροφή είναι αν θα υπάρξει ένα νέο υποκείμενο. Τιμωρείται εδώ η αντίληψη για την πάσει θυσία ταύτιση της επιστροφής με την συνέχιση στο ίδιο βίωμα, προβάλω την ρήξη, την τομή που ο κάθε θάνατος δεν φέρνει αναγκαστικά αν δεν τον διαδέχεται μία ιδρυτική και απελευθερωτική χειρονομία. Στην πράξη αυτή τελικά δείχνουμε πως ο αληθινός Λάζαρος δεν είναι αυτός που ονομάζεται έτσι, δεν γυρίζει ποτέ στην αληθινή ζωή, Λάζαρος είναι αυτός που έθαβε τους νεκρούς και που στο τέλος αποδέχεται την έγκληση για συστράτευση και υπέρβαση του Εγώ του.

6. Η πολιτική των πολλών, των φτωχών δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς αυτούς στο προσκήνιο, αλλιώς θα κυριαρχούν οι μιμητές τους (πράξη 1η ), η γνώση και η αλήθεια για τον κόσμο δεν υπάρχει έξω από την δράση κ μία πίστη σε ένα συμβάν (πράξη 2η) η υπεράσπιση της κοινότητας, το ξεπέρασμα του Εγώ εντός της Κοινότητας, η αξιοποίηση του θανάτου για μία νέα ζωή δεν υπάρχουν χωρίς ένα υποκείμενο που να αποφασίζει όχι την διαιώνιση του αλλά την αναγέννηση του μέσα από την επιδίωξη του θανάτου του παλιού κόσμου(πράξη 3η).

7. Μακάριος σημαίνει ευτυχισμένος αλλά και παθητικά ευτυχισμένος πολλές φορές. Οι φτωχοί είναι Μακάριοι, θα γίνουν ποτέ Μακάριοι ή όχι; Μακάριος χωρίς εξουσία γίνεται; Χωρίς γνώση και πίστη σε κάτι γίνεται; Xωρίς συνύπαρξη σε Κοινότητα που να φτιάχνει νέους ανθρώπους γίνεται;

8. Ήταν μια απόπειρα για ένα προβληματισμό γύρω απο την φιλοσοφία της πράξης και τη θεολογία της πράξης, σε μία θεατρική γραφή που τελικά να αποδίδει το συμβάν και την πράξη του, καθιστώντας το τον μόνο πρωταγωνιστή του έργου.

(Σ.Κ)

Κυριακή 25 Ιουλίου 2010

Θέατρο και Φιλοσοφία: O Άγγελος του Συμβάντος


Το Θέατρο δεν είναι ο τόπος όπου επέρχεται η παρουσία, δεν είναι η σκηνή που ποζάρει πάνω της ο Λόγος και η φιλοσοφία. Το Θέατρο δεν είναι ένα όργανο της αναπαράστασης. Το Θέατρο οφείλουμε να το κατανοήσουμε ως τον Άγγελο του Συμβάντος, ως την πράξη που συνιστά συμβάν ώστε να μπορέσει να προαναγγείλει το μη -ακόμα εμφανιζόμενο Συμβάν. Η σκηνή, ο λόγος, η γραφή, η σιωπή, η κίνηση και η εικόνα είναι πτυχώσεις της Θεατρικής ύπαρξης, όλα μαζί συγκροτούν τον κόσμο-Θέατρο, την προυπόθεση δηλαδή της συμβαντικής εμφάνισης. Το συμβάν-θέατρο δεν είναι όμως το άθροισμα αυτών. Είναι η αναγγελία του συμβάντος που καθορίζει το θεατρικό έργο, που αποτελεί την ιδέα της πράξης αλλά και την ιδέα της απουσίας της πράξης. Θα λέγαμε πως το Θέατρο είναι η εμφάνιση της εξαφάνισης, και μόνο τότε αποτελεί συμβάν και όχι αναπαράσταση, αποτελεί πράξη και όχι μεταφορά Λόγου, αποτελεί δραμα του Πραγματικού και όχι τόπο του Συμβολικού.

2. Η Φιλοσοφία είναι η σκηνή του κόσμου, είναι το θέατρο του κόσμου, και για αυτό είναι μια πράξη που αναπαράγει το Ίδιο, που συγκροτεί τον κόσμο ως αντανάκλαση της. Η Φιλοσοφία είναι μια Φαινομενολογία, το φανέρωμα και η υπόσταση του κόσμου είναι μία μίξη για αυτήν, μια σύνθεση που βασίζεται στην αναπαράσταση των αντικειμένων στη σκέψη κλωνοποιώντας τα σε έννοιες. Η φιλοσοφία είναι το θέατρο που δεν αναγγέλει τίποτα, δεν περιμένει κανένα Γκοντό, δεν μπορεί συνεπώς να οριστεί ως πράξη και δράμα. Η επιδίωξη της να υποβιβάσει το θέατρο σε μηχανή αναπαραγωγής και απεικόνισης του Λόγου της είναι η ιστορία του ιδεαλιστικού θεάτρου, του θεατρικού κλασσικισμού που ακόμα και μέσα στις πιο μεταμοντέρνες θεατρικές γραφές κυριαρχεί και φυλακίζει την εξεγερτική δυνατότητα που υπάρχει στην ίδια την θεατρική πράξη. Το Θέατρο και η Φιλοσοφία δεν είναι μια ισότιμη σχέση, μια σχέση Τέχνης και Γνώσης, όπως πολλοί διανοούμενοι προσπαθούν αιώνες τώρα να μας παρουσιάσουν. Η συνάντηση τους είναι συγκρουσιακή και ορίζει ένα πεδίο αγώνα ανάμεσα στην θεωρία και την πράξη, τον υλισμό και τον ιδεαλισμό.

3. Το κέντρο βάρους της Θεατρικής πράξης δεν είναι, λοιπόν, το δείχνειν προς το κοινό, ούτε το βλέπειν απο το κοινό, αλλά το πράττειν μίας Ιδέας, η ενσάρκωση ενός Πραγματικού που δεν είναι πράγμα, η εμφάνιση του σκοτεινού σημείου χωρίς να στερείται η σκοτεινότητα του, η αναγγελία ενός συμβάντος.

4. Ο χρόνος μέσα στο Θέατρο είναι εξαφανισμένος, υπάρχουν μόνο οι πράξεις, οι σκηνές, οι δράσεις, τα πρόσωπα.Ο χρόνος μαζί με την γραφή σβήνεται όχι μέσω του λόγου αλλά μέσω της λογικής του συμβάντος. Το Θέατρο είναι κατεξοχήν αντι-φιλοσοφικό γιατί δεν αναπαράγει την σκέψη μέσα στο χωρο-χρόνο αλλά μέσα στο συμβαντοχώρο.Η μη-φιλοσοφική ερμηνεία και αποδόμηση της φιλοσοφίας έχει να μάθει πολλά απο την Πλατωνική καθαρότητα, απο την μαθηματική αφαίρεση που διαπερνά τη Θεατρική δράση.

5.Η συνωμοσία ενάντια στη φιλοσοφία, υπάρχει μέσα στο έργο του Μάρλοου, του Σαίξπηρ, στους Αρχαίους Τραγικούς, στο Μπρέχτ και στον Μέγιερχολντ, στον Μπέκετ. Υπάρχει δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχει φιλοσοφία μέσα στο Θέατρο τους αλλά σημαίνει ότι η φιλοσοφία είναι υποταγμένη και απειλείται κάθε στιγμή με εξαφάνιση μέσα στο έργο τους. Επείγει να συγκροτηθεί το Θέατρο ως βασικό πεδίο ανάπτυξης μιας θεωρίας και πράξης του Πραγματικού, του Συμβάντος, του Ενός, της Ιδέας του Αγγέλου, δηλαδή της αλήθειας


αναδημοσίευση απο το symvanta.blogspot.com