Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γραφή Θέασης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γραφή Θέασης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 24 Οκτωβρίου 2010

Μακάριοι οι φτωχοί. Πράξη τρίτη: Η ανάσταση του Λαζάρου


Caravaggio, Η ανάσταση του Λαζάρου (1609)

ΘΕΑΤΡΟ[Υ]ΚΟΣΜΟΣ
ΜΑΚΑΡΙΟΙ ΟΙ ΦΤΩΧΟΙ
ΤΡΕΙΣ ΘΕΑΤΡΙΚΕΣ ΠΡΑΞΕΙΣ ΑΠΟ ΤΡΕΙΣ ΠΙΝΑΚΕΣ ΤΟΥ CARAVAGGIO
ΠΡΑΞΗ ΤΡΙΤΗ: Η ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΛΑΖΑΡΟΥ


ΠΡΟΣΩΠΑ:
ΛΑΖΑΡΟΣ
ΚΑΛΕΣΤΗΣ ή Ιησούς
ANTΩΝΙΟΣ
ΜΑΡΚΟΣ
ΙΑΚΩΒΟΣ
ΑΝΝΑ
ΝΕΑΡΟΣ ΝΕΚΡΟΘΑΦΤΗΣ


Αντώνιος (ομιλητής από το πλήθος): Είμαστε χαμένοι. Έφυγε για το κάτω βασίλειο και εμείς πιο λίγοι, πιο αδύναμοι, πιο φοβισμένοι. Ας τον χαιρετίσουμε ήσυχα και να γυρίσουμε στα φτωχικά μας. Από αύριο θα έχουμε δυο χέρια λιγότερα στην δούλεψη της γης, αλλά και στα λόγια που μας μάθαιναν αλήθειες για τους αφέντες μας θα είμαστε φτωχότεροι. Ας αφήσουμε στην άκρη αυτό τον τρελό που μας φορτώθηκε πάνω στο πένθος μας, ποιος ξέρει τι θέλει και αυτός να παραστήσει.

Μάρκος (ομιλητής από το πλήθος): Ενώ κρατάμε στα χέρια μας το άψυχο αυτό κορμί καταλαβαίνουμε πως τα δικά μας κορμιά πιο σκοτεινά και απόκοσμα είναι, σαν ποτέ να μην ζήσαμε και η όψη η ανθρώπινη να έχει σβηστεί παντοτινά από πάνω μας. Αλλά ο Λάζαρος είναι πιο φωτεινός και ζωογόνος και ας του κλείσαμε για πάντα τα μάτια. Και αν έμενε, εμείς θα αλλάζαμε; Αλλιώς θα αποφασίζαμε για τη ζωή μας; Μήπως τα χώματα μας θα τα νοιαζόμασταν αλλιώτικα; Θα σταματούσαμε τον καθημερινό πόλεμο μεταξύ μας και θα βάζαμε στην άκρη όλη την διχόνοια μας; Θα κλείναμε το στόμα στο λαίμαργο κτήνος που ζει μέσα μας; Αυτό που μας προστάζει ουρλιάζοντας «Κάντε τα πάντα μόνο για τον εαυτό σας»; Όλοι το ξέρουμε πως δεν μας έμοιαζε σ΄αυτά ο Λάζαρος, συνέχεια μας το έλεγε «ξεχάστε τα αυτά, δεν βγαίνει έτσι η ζωή, πρέπει καμιά φορά να σηκώσουμε κεφάλι».

Ιάκωβος (ομιλητής από το πλήθος): Θα ζήσει ο Λάζαρος, αν δικό μας γίνει το σώμα του, αν τις χιλιάδες μέρες που μαζί του ζήσαμε τις κρατήσουμε μέσα μας. Θα ζήσει ο τρόπος που θα μιλάμε γιατί κάτι θα έχει από τα λόγια του, ο τρόπος που θα κόβουμε το ψωμί για να το μοιραστούμε γιατί όπως αυτός μας το μοίραζε θα το μοιράζουμε. Όταν ο χειμώνας έρθει, στις βροχές της μεγάλης νύχτας, όταν θα επιστρέφουμε από τη γη, θα ζει στα βήματα μας στη λάσπη, στα αστεία που θα λέμε για να διώξουμε λίγο την κούραση, στο νερό και τον ιδρώτα που πάνω μας θα σμίγουν, στο πρώτο ρίγος της αρρώστιας, όταν θα αγωνιούμε μην χαθεί άλλος ένας μας.

Ας μαζέψουμε την μαύρη θλίψη της ώρας αυτής και ας μην τα βάλουμε με τον άγνωστο επισκέπτη που ήρθε στο πλάι μας μέσα στο μοιρολόι. Είναι όμως αλήθεια ότι μοιάζει σαν να ήρθε από αλλού, κοιτάζει το Λάζαρο σαν να είναι έτοιμος να τον κατεβάσει αυτός στον άλλο κόσμο, σίγουρα για λογικό δεν τον περνάς. Κρίμα πάντως και είναι μόνος του, ας τον κρατήσουμε για απόψε στα σπίτια μας, δεν πρέπει σήμερα να δείξουμε ασέβεια σε κανένα.
Εμπρός, σε λίγο θα σκοτεινιάσει, και είναι κακό μέσα στη νύχτα σώμα άψυχο πάνω από τη γη να είναι απιθωμένο.

Άννα: Δειλοί! Πολυλογάδες! Κάνετε πως δεν βλέπετε πως ο άνθρωπος ακόμα έχει ζωή μέσα του; Τον βλέπετε να φεύγει και πάνω του δεν πέφτετε να κρατηθεί μαζί μας, πώς σας πάει η ψυχή τον κόσμο ανάποδα να μην φέρνετε για να σωθεί;

Σώπασε (απευθύνεται στο Λάζαρο κρατώντας το σώμα του με χαμόγελο και σιγουριά), θα σταθείς στα πόδια σου σε λίγο και ο πόνος θα σου φύγει, λίγο χρόνο δώσε μας, μην βιαστείς, εκεί αντίπερα είναι δύσκολα, το ξέρεις δεν το ξέρεις; Ίδιο είναι να είσαι με τους φίλους σου, τη γυναίκα σου, να έχεις το μυαλό στη δουλειά, στα μεγάλα τραπέζια των γιορτών; Μην νομίζεις, δεν είναι όλοι ίδιοι, να θα σε πάρει ο Μάρκος για ένα μικρό ταξίδι και θα σε βοηθήσει να μεγαλώσουμε λίγο τα δωμάτια των παιδιών. Ο Ιάκωβος μέχρι αύριο να ήξερες μόνο ποιον θα σου φέρει εδώ, τη γριά μάνα σου και προσωρινά στο σπίτι του θα την φιλοξενήσει, να ακούνε τη σοφία της τα παιδιά του.

Ο Αντώνιος υπόσχεται όλα του τα βιβλία να σου δώσει και μία μία όλες τις χώρες να σου δείξει, και τον ξέρεις αυτόν όπως είναι και γυρισμένος έχει να σου πει πράματα και θάματα για πολιτείες, αγορές, θάλασσες και ποτάμια.

Στο λέω με σιγουριά, όλοι θέλουνε να σε συμβουλευτούν για τα προβλήματα με τους αφεντάδες, πέρασε ο καιρός που αυτά δεν τα ήθελαν…για αυτό σου λέω σώπασε όλα θα γίνουν.

Καλεστής: Λάζαρε είσαι ζωντανός. Οι ανάσες των δικών σου θα σε ζεστάνουν με το πρώτο άνοιγμα των ματιών. Σε καλώ εις το όνομα αυτών και μόνο αυτών. Γυρνούσα χρόνια στη γη αυτή και ξέρω πως είναι να χάνεται ξαφνικά ένας δικός τους άνθρωπος, το λίγο βιός του περιμένουν οι τοκογλύφοι και οι τραπεζίτες να το αρπάξουν, και τα παιδιά να απομένουν παράλυτα μπροστά στο αδυσώπητο μέλλον. Οι διπλανοί σου, οι κουρασμένοι του τόπου σε καλούνε πίσω στις συντροφιές τους. Είσαι ζωντανός γιατί ένας από αυτούς είσαι, θάνατος είναι η απομάκρυνση από αυτούς και από την ευτυχία που ψάχνουν.

Δεν σε καλώ σε επιστροφή, σε καλώ σε νέα παρουσία, δεν σε καλώ να έρθεις σαν συνέχεια του χρόνου αλλά σαν διακοπή του και επανέναρξη των γνώσεων και των αισθήσεων. Νικητής του σκότους, πηγή φωτός, με ελάχιστα δευτερόλεπτα ηλικία ζωής.

Είσαι ζωντανός, δηλαδή σε θέση να ξαναμπείς γυμνός μέσα στους καταρράκτες των στιγμών.

Λάζαρος (μονολογεί): Και όσα γύρω μου βλέπω μοιάζουν με φιγούρες που μέσα στον Άδη κρέμονται από μικρά καρφιά, γύρισα πού και από πού; Ποιοι είναι όλοι αυτοί που πάνω από το σώμα μου κρέμονται; Kαι αυτή που με κρατά ποια είναι;

Αυτός που απέναντι μου στέκεται μισοσκότεινος, αυτός μου μίλησε; Είμαι απλά ζωντανός. Πόσο ταλαιπωρημένοι δείχνουν όλοι. Χέρια σκισμένα από τη δουλειά, οι γυναίκες με τεράστια βαθουλώματα κρατάνε τα μάτια τους σχεδόν στον αέρα, ρούχα φτωχά και στόματα ξηραμένα. Πόσο κοινοί φαίνονται μεταξύ τους.

Θα σηκωθώ, θα τολμήσω να πατήσω στο έδαφος με το αίσθημα της εξαφανισμένης μου βαρύτητας. Πρέπει να τους γνωρίσω, σαν κάτι σημαντικό όλοι να περιμένουν από μένα.

Εσύ αδελφέ (απευθύνεται στον Καλεστή-Ιησού, αρχίζει ένα βουητό να βγαίνει από το πλήθος) βγες στο φως να σε δω, τα πρόσωπα των φίλων δεν κρύβονται στο σκοτάδι, σμίξε μαζί μας στο χαρμόσυνο και αναπάντεχο συμβάν, ζήσε το όπως του αξίζει. Οι άλλοι μου είπαν πως ο δικός σου ο λόγος σταμάτησε το έργο του βαρκάρη…άρα πιστεύεις σε εμάς, στην αξία να μείνουμε δυνατοί απέναντι στους ληστές μας. Έλα κοντά μας, βασιλιά δεν θα σε κάνουμε, μα ένα πιάτο φαί, μια κουβέντα να πεις σαν άνθρωπος θα τα βρεις σε μας, και θα σε τιμούμε όπως κάνουμε μεταξύ μας όλοι.

Αποκρίσου λοιπόν, πες μια λέξη, δώσε μας ένα σημάδι πως μαζί μας θα μείνεις.

Άννα: Λάζαρε, πλάσμα αχάριστο έγινες πάλι με το που είδες το φως σου! Τι θες και γίνεσαι ζήτουλας σ’ αυτόν τον παρακατιανό; Τίποτα δεν έκανε αυτός για σένα … Εμείς κλάψαμε το τέλος σου, σε πλύναμε και σε ντύσαμε πριν σε βρει ο Άδης, εμείς μέχρι την ώρα που σε φέραμε ως το λάκκο, δοκιμάσαμε κάθε γιατρικό και μαγεία πάνω σου. Γύρισες και μας βρήκες εδώ, σαν να μην έφυγε ποτέ από πάνω σου ο ίσκιος της ζωής. Και όμως εσύ καλείς αυτόν τον αλλοπαρμένο που για παντοδύναμος καμώνεται απ’ την ώρα που ήρθε εδώ.

Άφησέ τον να τσακιστεί να φύγει από δω, για καλό δεν ήρθε, ρώτα όποιον θες ούτε να σε πλησιάσει δεν ήθελε, να αγγίξει το κορμί σου, να δει το χτικιό που σερνόταν κάτω από τις πληγές σου και μέσα σου απρόσμενα γεννήθηκε.

Άιντε, πάμε να στρώσουμε το τραπέζι να χαρούμε, αυτός πρέπει να μείνει μακριά μας για πάντα.

Ιάκωβος: Το παιδί του Ιωάννη είναι, του μοιάζει κιόλας, έλειπε πολλά χρόνια από τα μέρη μας. Και αυτός ο έρμος δεν είχε άλλο δικό του, όταν έχασε την κυρά του. Ακόμα τον θυμάμαι πόσες ελπίδες είχε για την τύχη του γιού του. Κρίμα που δεν είναι ζωντανός να τον καμαρώσει, δυνατό, ώριμο και με τόσες γνώσεις για όσα βλέπει και δεν βλέπει το μάτι το ανθρώπινο.

Άννα: Ξεκούτιανες Ιάκωβε; Πού σου ήρθε και έβγαλες το παιδί του Ιωάννη θεατρίνο και απατεώνα σαν τούτον εδώ; Ο γιός του Ιωάννη δεν θα ’ρχόταν στα σκοτάδια ντυμένος πίσω στα χώματα του πατέρα του. Θα ντρεπόταν να παριστάνει τον γιατρό δίπλα σε μνήματα, ξεγελώντας ανθρώπους πονεμένους. Είχε πάρει τα καλά του πατέρα του, σεβαστικός και ταπεινός. Μα πάνω από όλα δεν θα έκρυβε ποτέ του τίνος σπορά είναι. Αυτός ο ξένος που έχουμε απέναντι μας ούτε το όνομα του δεν έχει ψελλίσει ακόμα.

Νεαρός νεκροθάφτης: Πρώτη μέρα που με φέρανε εδώ για δουλειά και βλέπω μπρος μου τόσα απίστευτα πράγματα. Τόσος κόσμος μέχρι πριν λίγο χτυπιόταν, έκλαιγε, μουρμούραγε για την μοίρα που περιμένει τον καθένα δίχως έλεος, στρίγγλιζαν οι γυναίκες, μια πομπή ολάκερη με ανατριχιαστικούς ήχους να βγαίνουν από μέσα της, μια πομπή που με αργόσυρτο βήμα προχωρούσε, λες και όλοι μαζί μέσα στο χώμα πήγαιναν δίχως περίσκεψη..

Και ξαφνικά ο Λάζαρος είναι ζωντανός ανάμεσα μας. Τέτοιο κεραυνό δέχτηκε ο νους μου, σε τι περίεργο μέρος έμαθα τόσα πολλά. Όλοι τώρα μοιάζουν ευτυχισμένοι, έκπληκτοι και άλαλοι, μα δεν πρόλαβε να ανοίξει τα μάτια του ο Λάζαρος και άρχισαν πάλι τις κακίες, τις αθλιότητες, τα ίδια που κάνουμε κάθε μέρα ο ένας στον άλλο. Θα φύγω από αυτή τη δουλειά, θα πάω να μιλήσω στον ξένο, τον καλεστή του νεκρού, που ποιος διάολος ξέρει αν ήταν τελικά νεκρός;

Aυτός ο ξένος έχει κάτι άλλο, φτωχός μεν σαν εμάς αλλά το παράστημα του, τα λόγια του δικά μας δεν είναι. Ποιος ξέρει τι τύχη μπορεί να έχω μαζί του, πόσο μάλλον αν μου δείξει λίγα από τα κόλπα του τότε είμαστε πολύ καλά. Λεφτά με τη σέσουλα να βγάζω και ότι μου λέει θα το κάνω.

Kαλεστής: Άννα, δεν βρέθηκα στον τόπο σου για να πλανέψω κανένα, σηκώθηκα και ήρθα από εκεί που κατάγονται οι ελπίδες, οι επιθυμίες σας, τα φριχτά όνειρα σας. Σκέψου πως εσύ φανταζόσουν το Λάζαρο πάλι ζωντανό, εγώ δεν τον φαντάστηκα, τον έκανα ζωντανό. Όλα ίδια πίστευες πως θα έμεναν, έτρεμες αν θα σε στήριζαν οι φίλοι του, αν ο λόγος σου θα μετρούσε όσο ο δικός του, μερικές στιγμές σκέφτηκες πως μπορεί να ήταν και καλύτερα χωρίς αυτόν. Όμως η μοίρα του δεν πέρναγε από το δικό σου χέρι. Γιατί η δύναμη η δική μου δεν μπορεί να σταματήσει την δύναμη, την θέληση των πολλών, των υπόλοιπων αγαπημένων αυτού του ανθρώπου.

Ξέρεις τώρα πως από σήμερα ανήκει στην θέληση τους πιο πολύ από ότι στην δική σου. Θα περπατήσει μια άλλη ζωή, καμμία παλιά του ιδιότητα δεν θα κρατήσει. Νέο όνομα θα βρει, νέα κατοικία και νέους σκοπούς θα διαλέξει να υπηρετήσει. Μην του μιλάς άδικα, δεν σε θυμάται, δεν θυμάται κανένα. Τράβηξε προς το σπιτικό σου και για πάντα ξέχνα τον.

Ιάκωβε, δίκιο έχεις είμαι το παιδί του Ιωάννη. Άλλαξα όμως, δεν μοιάζω με ότι θυμόσουν, δεν είμαι πιο ώριμος και γνωστικός για τον κόσμο. Είμαι και ανελέητος στους φονιάδες και τους αγύρτες. Ξέρω πως έχεις να θρέψεις πολλά στόματα, πως σαν σκύλος όλη μέρα φορτώνεις –ξεφορτώνεις τις αποθήκες των αφεντάδων, μα δεν θα σε λυπηθώ.

Δηλητηρίασες μία νύχτα τον Ιωάννη, δειλά και άτιμα, παίρνοντας από αυτόν την γη του άσωτου ιού του. Τον έπεισες θαυμάσια πως του έφαγα όλο το βιός σε ασωτίες, τον έπεισες να με αποκληρώσει.

Σε πίστεψε, βλέπεις δεν είχε άλλη παρέα στη ζωή του, ήσουν ο φίλος του….Δεν σου έφτανε η μοιρασιά, τάισες την πείνα σου με τον θάνατο του. Ιάκωβε πήγαινε σπίτι σου, οι κόρες και οι γιοί σου περιμένουν να τους σαβανώσεις, πριν έρθω στο Λάζαρο, πέρασα και τους χαιρέτησα με το μαχαίρι μου. Πήγαινε καημένε, ο χρόνος είναι γεμάτος από σπηλιές και θηρία, όποιος τα προκαλέσει φριχτά στα χέρια τους περνάει την υπόλοιπη ζωή του.

Λάζαρε! Σε λίγη ώρα θα απλωθεί παντού η νύχτα και ο κόσμος θα πάει για να πλαγιάσει. Ας περιμένουμε, μια συμφωνία πρέπει να κλείσουμε οι δυο μας.

Λάζαρος: Δεν έχω τίποτα, το βιός μου είναι ότι υπάρχω. Άλλη φορεσιά δεν έχω, δεν κατέχω τίποτα και πλούτη δεν θέλω, μα όσοι γύρω μου με ενθουσιασμό με καλέσουν να εργαστώ πλάι τους θα ακούσουν και την δική μου φωνή στα τραγούδια των χωραφιών από αύριο χαράματα.

Μην μου ζητήσεις να φύγω από εδώ, ξέρεις πως θα σε ακούσω ακόμα και αν μείνω εδώ. Ας νυχτώσει και θα τα πούμε αυτά χωρίς μάρτυρες.

(Παύση 3 λεπτών. Φεύγουν όλοι από την σκηνή, μένουν ο Λάζαρος και ο Καλεστής, βρίσκονται στην ίδια ευθεία στα πέντε βήματα με τις πλάτες γυρισμένες ο ένας στον άλλο. Μονολογούν ενάμιση λεπτό ο καθένας, το φως πέφτει πάνω στον καθένα ξεχωριστά)

Καλεστής: Αφιερωμένος τόσο που είναι σ΄αυτούς θα φοβηθεί μαζί μου να κινήσει. Θα τον απειλήσω με θάνατο, θα του πω πως δεν ανήκουμε στους εαυτούς μας αλλά στους φτωχούς, στους μακάριους του κόσμου.

Λάζαρος: Το μέλλον μου εξαφανίστηκε. Είμαι το Παρόν με σάρκα και οστά, να του αρνηθώ δεν πρέπει, θα χαιρετίσω τους συμπολίτες μου κοιτάζοντας γρήγορα προς τα μέρη που παλεύουν για το ψωμί τους, θα τους υποσχεθώ πως μαζί θα αναστηθούμε ξανά.

(τέλος μονολόγων, πέφτει φως στη σκηνή, πρόσωπο με πρόσωπο οι δυο τους).

Kαλεστής: Υπάρχει μια πολιτεία γεμάτη από ανθρώπους στοιβαγμένους, που σαν ζώα περνούν τις μέρες της ζωής τους, μέσα στον πόνο και τον κόπο. Στα μάτια τους δεν καθρεφτίζεται άλλο χρώμα πέρα από το μαύρο, μόνο μαύρο. Εκεί η μυρωδιά του ιδρώτα μπερδεύεται με τα πανάκριβα αρώματα, τα χρυσάφια και τα μετάξια που κρατά μια χούφτα αρχόντων. Εκεί οι φτωχοί είναι σαν να μην υπάρχουν, είναι αόρατοι για τους εαυτούς τους, δεν έχουν εαυτό.

Λάζαρε από εκεί έρχομαι, από αυτούς κρατάω και όρκο τους έχω δώσει πως με μικρό στρατό θα γυρίσω πίσω, στρατό χωρίς σημαίες και στολές, στρατό που δεν έχει τα συνηθισμένα όπλα.
Λάζαρος: Τότε τι έχει ο στρατός αυτός;

Καλεστής: Πίστη, Μίσος, Δύναμη, Αφοσίωση, Ελευθερία.

Λάζαρος: Και αν τίποτα από όλα αυτά δεν με διακρίνει και μόνο την ησυχία μου ζητήσω πλάι στους ανθρώπους μου εδώ;

(εμφανίζεται ο νεαρός νεκροθάφτης, που μέχρι εκείνη την ώρα παρακολουθούσε κρυμμένος το διάλογο).

Νεαρός νεκροθάφτης: Κύριε!( απευθύνεται στον Καλεστή) γύρισε από τις πύλες του θανάτου και ακόμα τη ζωούλα του σκέφτεται, όπως πριν, ανάξιος να σταθεί εμπρός σου. Άσε πίσω αυτό τον κακόμοιρο. πάρε εμένα μαζί σου, εγώ και πιστεύω και αφοσιώνομαι και Μισώ και έχω δύναμη και η ελευθερία μου αρέσει. Ξένε άσε με να ρθω μαζί σου στο πόλεμο όλων των εποχών.

Καλεστής: Τι υπάρχει μπροστά στα μάτια σας πέρα από σκιές και παρουσίες που μιλούν , σώματα που απλά κινούνται; Εσείς νομίζετε πως είστε ο κόσμος; Eσείς νομίζετε πως είστε η αλήθεια; Νομίζετε πως ένας τέτοιος πόλεμος θα κριθεί από σας αν θα ξεκινήσει η όχι;

Ήρθα να σας καλέσω για να ζήσετε, ήρθα να σας φέρω δίπλα στο ποτάμι του χρόνου, εκεί που η όψη του κόσμου αλλάζει κάθε ημέρα. Εκεί που ο καθένας καταλαβαίνει πως είναι μια σταγόνα στην θάλασσα. Εκεί που καταλαβαίνεις πως για να υπάρξεις πρέπει να διαλέξεις στρατό.

Λάζαρος: Καταραμένε, φύγε! Ήρθες πάνω μου σαν άγγελος μα είσαι κόρακας που διψάει για αίμα, ο Χάρος καλύτερα πίσω να με έπαιρνε παρά φονιάς να γίνω για σένα.

Νεαρός νεκροθάφτης: Αν δεν το κάνεις εσύ (απευθύνεται στον Καλεστή) θα τον πνίξω με τα ίδια μου τα χέρια. Σε λίγο χαράζει πάλι, και δεν αντέχονται οι φωνές των ζώων που ξυπνούν, οι σκιές των ίδιων γυναικών που πάνε στους άντρες νερό για πλύσιμο, δεν αντέχονται οι πρώτες παρέες των ίδιων ανθρώπων, τα ίδια πρωινά τραγούδια των εργατών, η γη που γνωρίζει πως πάλι μέχρι λιποθυμιάς θα την φροντίζουν οι φτωχοί. Δεν αντέχονται τα ίδια σκιάχτρα που το πρώτο ξύπνημα του κόσμου το αντικρίζουν ζωντανεμένα.

Τώρα που ακόμα η απάνθρωπη σκλαβιά της μέρας δεν έχει ξημερώσει ακόμα, τώρα που η λογική μιλά όχι μόνο με το όνειρο αλλά και με τον εφιάλτη, ας φύγουμε Κύριε, σε εκλιπαρώ βγάλε από τη μέση αυτό το άθλιο υποκείμενο.

Καλεστής: Σώπασε φίλε μου, φεύγουμε. Λάζαρε! (τον πλησιάζει φιλικά-αργά) Καληνύχτα, δεν υπήρξες ποτέ ζωντανός, δεν θα υπάρξεις ποτέ σου.

(σκοτάδι για 1 λεπτό στην σκηνή, μουσική μπαρόκ από το Stabat Matter του Περγκολέζι, στον τοίχο πίσω ή σε κάποιο μεγάλο πανί γίνεται αργή εναλλαγή των τριών πινάκων του Καραβάτζο και ακούγεται το παρακάτω κείμενο):

«Ζωγράφισα το Θεό που εξαφανίστηκε σαν άνθρωπος, τον άνθρωπο που σαν Θεός εξαφανίστηκε, πάνω στο σκοτάδι έδειξα τους αόρατους, τους ανύπαρκτους τους φτωχούς.
Παραμορφωμένους, άσχημους, άθλιους, δυνατούς, μαχαιροβγάλτες, λαίμαργους, μοχθηρούς, ζωγράφισα τους αόρατους, τους ανύπαρκτους, τους φτωχούς…ζωγράφισα την αλήθεια.

Ήμουν ο Θωμάς ο Άπιστος, ο Βασανιστής του Ιησού, ο Λάζαρος, ο Καραβάτζο».

Μακάριοι οι φτωχοί. Πράξη δεύτερη: Θωμάς ο άπιστος


Caravaggio, Ο άπιστος Θωμάς, 1601-2.

ΘΕΑΤΡΟ[Υ]ΚΟΣΜΟΣ
ΜΑΚΑΡΙΟΙ ΟΙ ΦΤΩΧΟΙ
ΤΡΕΙΣ ΘΕΑΤΡΙΚΕΣ ΠΡΑΞΕΙΣ ΑΠΟ ΤΡΕΙΣ ΠΙΝΑΚΕΣ ΤΟΥ CARAVAGGIO
ΠΡΑΞΗ ΔΕΥΤΕΡΗ: ΘΩΜΑΣ Ο AΠΙΣΤΟΣ



Θωμάς (την ώρα που περιεργάζεται την πληγή του Ιησού- ο φωτισμός από την τετράδα απομονώνει μόνο αυτόν-μιλά από μέσα του): Είναι αυτός! Όλα φαίνονται αληθινά, το σημείο της πληγής από την λόγχη, το βάθος και το πλάτος της. Ακόμα και το ξεραμένο δέρμα γύρω και μέσα στην πληγή είναι πάνω-κάτω των ημερών που πέρασαν από την σταύρωση. Όλα φαίνονται αληθινά, και αυτός, είναι αυτός που πίστεψα και ακολούθησα, το σώμα του, αδύνατο και λευκό, με τα μαλλιά του ίδια όπως πάντα, τα μάτια του είναι δικά του αν και με λιγότερο φως….τα ρούχα του όπως τον ντύσαμε στην αποκαθήλωση του.

Θα σπάσει το κεφάλι μου. Πώς να πιστέψω αυτό που βλέπω και αγγίζω τώρα; Και η λογική μου δεν χωράει καθόλου σ΄αυτά που η ζωή φέρνει μπροστά. Είναι αυτός. Αλλά γιατί επέστρεψε; Τι σκέφτομαι, είμαι σίγουρος κάποιος νεαρός σωσίας του θα είναι. Δεν ήταν και λίγοι αυτοί που ήθελαν να πάρουν κάτι από την αίγλη του. Θα του το πω. Όχι κύριε-όποιος και αν είσαι-δεν μου αρκεί η απόδειξη των αισθήσεων, αποκλείεται να είσαι ξανά αυτός. Εκείνο το μοναδικό γεγονός, η μοναδική δύναμη, ο μοναδικός λόγος παρουσιάστηκε μία φορά. Έτσι δεν γίνεται στη ζωή; Να σε εμπιστευτώ περισσότερο από αυτό που έζησα; Θα πάρω θάρρος και θα του μιλήσω με αυτά τα λόγια, παρόλο που τρέμω στην πιθανότητα να είναι πράγματι αυτός.

Ιωάννης (το ίδιο, μονόλογος-φως μόνο στο πρόσωπο του): Στέκομαι μπροστά στον αιφνιδιασμό και την δύναμη της εμφάνισης του. Είμαστε πάλι μαζί, έτοιμοι να περπατήσουμε από πόλη σε πόλη, να εξαπλώσουμε το όραμα μας, να γεμίσουμε τις ψυχές εκατομμυρίων ανθρώπων με ένα νέο υλικό. Είναι αναμφίβολα αυτός. Και ελπίζω και άλλοι δυο να το καταλάβουν. Χρειαζόμαστε αυτή την επανεμφάνιση, μπορούμε να την διαδώσουμε, να τρομοκρατήσουμε τους εχθρούς μας, να στρατολογήσουμε και άλλους φίλους, να υφάνουμε γύρω από εμάς ένα μαγικό πέπλο δύναμης. Ο χρόνος, η ζωή και ο θάνατος είναι υπό αίρεση όταν το θελήσουμε εμείς, πέρα από κάθε ηλίθιο φόβο απέναντι στο απροσδόκητο, το εξαιρετικό, το καινούριο που έρχεται.

Ο Θωμάς θα αρχίσει πάλι τα ίδια. Αμφιβολίες και δισταγμούς. Φιλοσοφίες δίχως αντίκρισμα, θεωρίες δίχως η κόψη τους να τρυπά την καθημερινότητα αυτού του κόσμου.

Λες και εμείς οι υπόλοιποι, δεν έχουμε ενδοιασμούς, λες και δεν αναρωτηθήκαμε ποτέ αν η γνώση είναι η εργασία που βγάζει σε πέρας όλη η ανθρωπότητα. Μα δεν προέχει αυτό, προέχει τι κάνεις την γνώση σαν δική σου την έχεις περισσότερο από τους άλλους. Πρέπει να του μιλήσω, να πάψει να χασομερά, έξω όλα αλλάζουν, καταρρέει η παλιά εξουσία, περισσότεροι φτωχοί γεννιούνται και πεθαίνουν, ο κόσμος αναζητά μια λάμψη από το μέλλον.

Πρέπει να εκμεταλλευτούμε την επανεμφάνιση και το ομοίωμα του δασκάλου….κοίτα πως περιεργάζεται το σώμα, σαν ανατόμος, επιστήμονας σε κάποια αίθουσα, μόνος κλεισμένος να αναγκάζεται μέχρι εξάντλησης να μελετά τις λεπτομέρειες. Πόσο καλά τον ξέρω! Θα τον κομμάτιαζε, θα τον άνοιγε να δει τα σωθικά, θα έβαζε με τάξη όλα τα εντόσθια του δασκάλου πάνω σε ένα τραπέζι, περιμένοντας να βρεί ψυχή και Θεό….χρόνος και κόπος χαμένος.

Ματθαίος (το ίδιο –μονόλογος): Αλίμονο μας, αυτή η παρουσία μας αναγκάζει να πάρουμε γρήγορα θέση, να κοιτάξουμε ίσια μπροστά, έτοιμοι να αποφασίσουμε αν όσα πιστέψαμε πρέπει να πεταχτούν στα σκουπίδια ή να γονατίσουμε μπροστά στην παντοδυναμία αυτού του συμβάντος, να γίνουμε στρατιώτες του, μεταφορείς μίας πύρινης προσταγής…Από τώρα και στο εξής αυτός ο κόσμος δεν μπορεί να μείνει ίδιος! Δεν πρέπει να τον αφήσουμε ίδιο!

Όμως έχει ένα δίκιο ο Θωμάς. Σε ποια βάση στηρίζουμε τούτη την ώρα, σήμερα, αυτό μας το πιστεύω; Θα μου έστριβε αν καταλάβαινα πως μπροστά μου παρουσιάστηκε ένας κοινός απατεώνας, ένας αλήτης του δρόμου, του υπόκοσμου, δήθεν να παραστήσει το δάσκαλο μου. Όχι, ο Ιωάννης μπορεί να είναι έτοιμος να κάνει τα πάντα για να δυναμώσουν οι ιδέες μας, όμως τώρα δεν φτάνει μόνο αυτό. Αυτή η παρουσία μάς ζητά να πούμε από την αρχή το όνομα μας, να γράψουμε βαθιά στα σπλάχνα μας το λόγο που μας ορίζει σ΄αυτή την ζωή. Να ξεκαθαρίσουμε μέσα μας αν αξίζει να πνίξουμε στο αίμα τις παλιές πολιτείες.

Και αν το κάλεσμα για να αρχίσουμε είναι αυτό; Με τη μορφή αυτή, το σώμα ενός κουρελή, γιατί όχι, αν…λέω αν αυτή μας η έκπληξη δείχνει την ανικανότητα και τη δειλία μας;

Nα ερευνήσω σαν το Θωμά, να βάλω ακόμα πιο βαθιά τα χέρια στην πληγή, να του ζητήσω μαγείες τέτοιες που να μην μπορώ να αμφιβάλλω. Μπορώ να αφήσω το Θωμά να φανεί ο πιο Άπιστος από τους τρείς. Θα σπάσω πρώτος τη σιωπή, θα τον καλωσορίσω πρώτος…(ο λόγος προς τον Ιησού-φωτισμός και των τεσσάρων μόνο πάνω στο χώρο που καταλαμβάνουν τα σώματα, η υπόλοιπη σκηνή στο σκοτάδι).

Καλώς ήρθες, τα σημάδια που φέρνεις πάνω σου, μας ξαναθυμίζουν τον πόλεμο που όλοι με την θέληση μας διεξάγουμε, καλώς ήρθες παρουσία!

Ιησούς ή ο άνθρωπος που τον παριστάνει: Δεν ήρθα για να σας πως με λόγια αυτό που θέλω να πω. Δεν ήρθα για να ανατρέψω την απόδειξη του ποιος γνωρίζει και ποιος όχι, δεν ήρθα να σας πω ‘‘αυτός είμαι γονατίστε’’. Δεν ήρθα εδώ με τις πληγές ανοιχτές ακόμα, για να αποδείξω την συνέχεια των λόγων και των έργων που πιστέψατε.

Δεν είμαι αυτός που περιμένετε, δεν είμαι κάποιο οικείο πρόσωπο, καμία γνωστή λογική που συνηθίσατε να έχετε.

Σαν ξένος ήρθα από όλα όσα μέχρι σήμερα σας έκαναν αυτό που είστε. Και ίδιος με τον δάσκαλο σας έγινα, για να ανοίξει πλατύτερα η ρωγμή ανάμεσα σε αυτό που βλέπετε και σε αυτό που υπάρχει, σε αυτό που θέλετε να κάνετε αλλά συνεχίζει να είναι δέσμιο από την ορατότητα του κόσμου και όχι από τον κόσμο στην αλήθεια του.

Δεν είμαι κανείς, είμαι όμως φτωχός, είμαι ένα τίποτα του υποκόσμου, ένας κουρελής που σας παρακολουθεί καιρό τώρα, σας ακούει όταν μιλάτε μεταξύ σας και από μέσα σας ακόμα. Τρέμετε για μένα και ας έχετε κάποιον άλλο στο μυαλό, όλα σας τα κηρύγματα μιλάνε για την δικιά μου λύτρωση κάποτε και κάπου αλλού.

Αν και ποτέ δεν μου δώσατε το λόγο, αν και ποτέ δεν με ρωτήσατε για την αιτία της κατάντιας μου, αποφάσισα και παρουσιάστηκα μπροστά σας, ίδιος με το δάσκαλο σας, με τις ίδιες πληγές πάνω μου, με την ίδια δύναμη να σας πείσω.

Θωμά! Δεν είμαι το σώμα της Θείας επιστροφής. Το κορμί μου είναι ο χάρτης των καταστροφών, μην αγγίζεις για να γνωρίσεις, άγγιξε για να επουλώσεις, να ιάσεις ή να θανατώσεις.

Ιωάννη! Ναι είμαι η παρουσία του συμβάντος, η αφορμή για μία αιώνια δράση, ήρθα για να γίνει κάτι σε εσάς, να κάνετε κάτι εσείς στον κόσμο όλο.

Ματθαίε! Διάλεξες μέρος, μην φοβάσαι τόσο ώστε θεατής να μένεις στην γνώμη των άλλων. Περπάτησε ανάμεσα στη γνώση και τη δράση. Ξεκίνα μαζί μας, ετοιμάζοντας την πιο μεγάλη φωτιά μέσα στο πιο πηχτό σκοτάδι, για να έρθει το φως της γνώσης απαλό και ζεστό την στιγμή που όλες τις μορφές του κόπου μας όρθιες θα πρέπει να δούμε στο μυαλό μας μέσα.

Δεν είμαι αυτός! Είμαι ο λόγος για να ξεκινήσετε, το χέρι μου απλώνω όχι για να σας προστάξω μα για να κρατήσω τα χέρια σας.

Θωμάς: Τι τον κοιτάτε; Βγάλτε τα μαχαίρια να πάρει το μάθημα που του αξίζει, απατεώνα θα σε κομματιάσω! (κινείται με μένος προς το σωσία του Ιησού, μπαίνει μπροστά ο Ματθαίος)

Ματθαίος: Όχι!! Όποιος και αν είναι, είναι ένας από εμάς, το πρόσωπο όλων αυτών που μας περιμένουν...

Θωμάς: Φύγε και εσύ! Σωστά δεν πίστεψα από την αρχή τα κόλπα του. Φύγε! (πέφτει πάνω στον Ματθαίο και τον σφάζει, πριν προλάβει να μαχαιρώσει τον Ιησού βλέπει τον Ιωάννη να το κάνει αυτός, εδώ οι φόνοι να είναι όσο γίνεται πιο παραστατικοί-ρεαλιστικοί)

Ιωάννης: Τώρα μείναμε οι δυο μας. Αυτό που ήθελες να γίνει έγινε. Ο πραγματικός δάσκαλος είναι στον τάφο και το ομοίωμα του τον συνάντησε, από το δικό μου μαχαίρι αποτελειωμένο Θωμά.

Πίστευες πως θα γύριζα σε εσένα τη μάχαιρα μα έξω έπεσες. Γιατί οι υπολογισμοί σου πάντα υποτιμούν πως η τελική απόφαση δεν ανήκει σε καμία πρόγνωση. Γιατί ήρθες μαζί μας; Για να βαδίσουμε μόνοι στα σκοτεινά λαγούμια της ψυχής, του πνεύματος και της σκέψης που νομίζει ότι αγκαλιάζει το νόημα κάθε πράγματος;

Ήρθες μαζί μας για να προστατέψεις τους ανθρώπους μας από την πείνα, την αμάθεια και το φόβο; Για να σταματήσεις την εξουσία που πάνω σε αυτούς τους σημαδεμένους βαδίζει αγέρωχη και προκλητική;

Φτάσαμε μέχρι την καρδιά των απλών ανθρώπων και εσύ λάτρεψες τις αποδείξεις και τα πρόσωπα; Φίλε μου λίγες οι φιλοδοξίες σου για την αληθινή γνώση.

Θωμάς: Ιωάννη, μην περιμένεις άλλα λόγια. Τέλειωσε και με μένα, έτσι είναι όπως την λες η αλήθεια. Προχώρησε μόνος και αποκάλυψε τα σημάδια του καιρού στους ανθρώπους μας. Δεν ήθελα να αλλάξω τον κόσμο αλλά να τον καταλάβω. Άσε με δίπλα στα νεκρά κορμιά των δικών μας… σήμερα αυτή η παρουσία έπρεπε να γεμίσει τη νύχτα με αίμα, να βρεθεί το χρώμα που ζωγραφίζει το μέλλον.

Ιωάννης: Θα προχωρήσουμε μαζί, με δυνάμεις περισσότερες, κανείς δεν θα μπορέσει να σταματήσει το φανατισμό ενός χθεσινού Άπιστου, που σήμερα ζεί σήμερα για να βάλει όλη τη γη να γυρίζει γύρω από το σκοπό του.

Κανείς δεν θα τολμήσει να αρνηθεί την επέλαση της νέας ζωής, όταν θα υπάρχεις εσύ να του θυμίζεις πώς ‘‘να αμφιβάλουμε για το παλιό και να πιστεύουμε στο νέο’’.

Είσαι η ζωντανή απόδειξη της μεταστροφής, το κατέβασμα των ματιών από τον ουρανό στη γη, το χέρι που αγγίζει για να γνωρίσει αλλά αγγίζει και για να αφαιρέσει, να εξαφανίσει το σώμα των ψυχρών αποδείξεων.

Θωμά, σε καλώ να φύγουμε τώρα πριν ξημερώσει, τότε που όλα φαίνονται και καταδικάζονται ακόμα και πράξεις σαν τις αποψινές, ακόμα και άνθρωποι σαν εμάς, που τον κόσμο θέλουμε να γυρίσουμε ανάποδα. Αύριο, κοντά στην Δαμασκό, μας περιμένουν και άλλοι, ας πηγαίνουμε…

Θωμάς: Να πλύνουμε πρώτα τα χέρια από το αίμα.

Ιωάννης: Άσ’ τα, θα ξαναγεμίσουν...

Μακάριοι οι φτωχοί. Πράξη πρώτη: Ιδού ο άνθρωπος




Caravaggio, Ecce Homo, 1605.

ΘΕΑΤΡΟ[Υ]ΚΟΣΜΟΣ
ΜΑΚΑΡΙΟΙ ΟΙ ΦΤΩΧΟΙ
ΤΡΕΙΣ ΘΕΑΤΡΙΚΕΣ ΠΡΑΞΕΙΣ ΑΠΟ ΤΡΕΙΣ ΠΙΝΑΚΕΣ ΤΟΥ CARAVAGGIO
ΠΡΑΞΗ ΠΡΩΤΗ: ΙΔΟΥ Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ


ΠΡΟΣΩΠΑ:
1. Αξιωματικός
2. Βαστάζος
3. Ο Άνθρωπος


Αξιωματικός: Κοίταξε τον! Μόνος του τώρα χωρίς πλήθη να τον ακολουθούν και να τον φαντάζονται Θεό… κακόμοιρος και παραδομένος, ένας ακόμα άνθρωπος, τουρτουρίζει το πετσί του από το κρύο, κοίταξε τον!

Πώς θα μπορούσε να μας ξεγελάσει με την παράσταση του; Αυτός;

Βαστάζος: Mην χολοσκάς, θα τον περιποιηθούμε, τώρα είναι στα χέρια μας ζωντανός. Έχει και αυτός αίμα, δες πως τρέχει από το κεφάλι του, και να σκεφτείς πως έχω ακουμπήσει ευγενικά το στεφάνι, παρατηρείς τη χλομάδα που απλώνεται στο μέτωπο του; Άκουσε με που σου λέω, μην φιλοσοφείς, το μαρτυρά το σώμα του, ίδιος είναι σου λέω με το σινάφι μας.

Αξιωματικός: Λύγισαν κιόλας τα γόνατα του. Βάλ’ τον να καθίσει. Τι να σκέφτεται άραγε; Δες που φτάνει ο άνθρωπος αν γίνει φαντασμένος. Καλά, δεν είδε σε ποιο δρόμο θα τον έφερναν τα έργα του; Ξέχασε! Σίγουρα ξέχασε πως είναι μια κινούμενη ύλη, γεμάτη ιδρώτα, λάσπη και αίμα. Ξέχασε πως το κεφάλι του με δυο πέτρες συνθλίβεται σε ένα λεπτό, η γλώσσα του κόβεται και πετιέται στους σκύλους. Σίγουρα τα ξέχασε όλα αυτά.

Βαστάζος: Δεν τον λυπάμαι! Λόγια, Λόγια… πίστευε πως θα τρομάξει τις Αρχές με κουβέντες. Μα όσοι τον άκουγαν πεινούσαν, όσοι τον χαιρετούσαν πονούσαν, όσοι στα σοβαρά τον πήραν τους βρήκε μαχαίρι στα σωθικά.

Αξιωματικός: Δίκιο έχεις, και αυτός τι πρόσφερε σε όλους αυτούς που ανάγκη είχαν από όπλα και δύναμη, από αρχηγούς και όχι προφήτες; Ιερές Λέξεις…πως γίνονται ιερές απλές λέξεις; Είναι η ενσαρκωμένη ντροπή μας. Ναι! Ήμασταν αηδιαστικοί για αυτόν γιατί είμαστε άνθρωποι.

Βαστάζος: Σαν αυτόν!

Αξιωματικός: Δες τον, από την δίψα του ξεραίνονται τα χείλη, μα δεν ζητάει νερό, πού ξέρεις, θα λέει τώρα πως ζει και χωρίς νερό, τροφή, άγγιγμα θηλυκού. Αλλά προδίδεται αφού όπως όλων το σώμα αντιδρά και το δικό του.

Βαστάζος: Ιδού Ο Άνθρωπος! Ούτε Άνθρωπος, τίποτα δεν ήθελε να είναι ο φαντασμένος. Εγώ ο απ-άνθρωπος τον περιποιούμαι, τον ετοιμάζω για τον επερχόμενο αφανισμό, ψεύτικο βασιλιά θα τον παρουσιάσω στο πλήθος, και θα γελάω, πόσο δυνατά θα γελάω που ξέρω καλύτερα από δαύτον τους νόμους του κόσμου.

Τέλος πάντων ας κηδέψουμε πρώτα την εικόνα του, αυτό δεν προέχει;

Aξιωματικός: Λέω να παίξουμε μαζί του. Να του ζητήσουμε να βγάλει ένα λόγο προτού τον οδηγήσουμε στο θανατικό που τον προσμένει. Να τον αναγκάσουμε να χορέψει, να κλάψει, να κάνει τις ανάγκες του μπροστά μας, ε; Να μας μιμηθεί για λίγα λεπτά.

Βαστάζος: Και εμείς να μιμηθούμε αυτόν αμέσως μετά! Αλλά μάλλον θα 'ναι ανιαρό.

Άνθρωπος: Ούτε άνθρωπος σου λέω...να γυρίζει μάγουλο στον εχθρό, να με σταματά από τα πλούτη, να κρίνει εμένα ίσια και όμοια με τους εμπόρους και τους αγύρτες, να με παροτρύνει να περιμένω λύτρωση μετά θάνατον; Αυτός; Που τώρα γλύφει το αίμα που στάζει από το στεφάνι του για να βρέξει τα χείλια του; Nα ο Άνθρωπος!

Αξιωματικός: Κάνει πως κοιτάζει προς τα μέσα του, δες τον-δες τον! Τι κοιτάει; Τα όργανα του σώματος που σε λίγο θα σταματήσουν; Νομίζει πως πίσω από τα πνευμόνια στέκεται κανένα πνεύμα; Πίσω από τα έντερα μήπως μεγαλώνει κάποιο όνειρο ή τάχα πως στα αυλάκια του εγκεφάλου του ορθώνονται ουράνιες πολιτείες;

Bαστάζος: Άφησε τον αυτόν, εγώ εκτός μου τα βλέπω όλα αυτά που λες…μπροστά μας προκλητικά και μεγαλοπρεπή. Δεν βγαίνει από μένα το φως που ξυπνάει τον κόσμο, δεν βγαίνει από μένα το σκοτάδι που κρύβει τον κόσμο, δεν βγαίνει από μένα ο κόσμος, ο κόσμος είναι εκεί έξω και θα είναι και μετά από εμάς.

Αξιωματικός: Σοφά τα λές, παράτα τον, μην τον ετοιμάζεις άλλο, έχασε την μιλιά του, δεν βλέπεις πόση συντριβή έχει; Πάμε να φωνάξουμε τους φρουρούς.

Βαστάζος: Όχι ακόμα. Να μείνουμε μέχρι να πέσει κάτω μπροστά μας. Δεν θα αντέξει πολύ ακόμα. Να ακούσω την ανάσα του να βαραίνει, να δω τα μάτια του να χάνουν το φως τους, να δω τα χέρια του το χώμα να σφίγγουν.

Αξιωματικός: Δεν έχεις να κερδίσεις τίποτα. Και αύριο ο ήλιος θα σταθεί από πάνω μας και θα ξαναρχίσει η βαριά μουσική του κόσμου να ακούγεται, με μας χρυσωμένους καρπούς στο τεράστιο σαπισμένο καλάθι του χρόνου να περιμένουμε την συγκομιδή μας. Ιδού ο Άνθρωπος! Πρέπει να πεθάνει, για πάντα, και αυτός δεν φτάνει για αυτό.

Βαστάζος: Τι μου λες; Υπάρχουν και άλλοι σαν και του λόγου του;

Αξιωματικός: Όλοι. Σαν αυτόν είμαστε. Ομοίωμα μας είναι. Λόγια, παραμύθια και τρεμούλα μπροστά στη ζωή. Απλά αυτός έκανε ένα ακόμα πιο ολέθριο βήμα. Ονόμασε Παράδεισο το Θάνατο και Θεό το Μηδέν.

Βαστάζος: Kαι άφησε τον Άνθρωπο Άνθρωπο.

Αξιωματικός: Μηδενός εξαιρουμένου, για αυτό σου λέω παράτα τον να φωνάξουμε τους φρουρούς. Δεν έχει σημασία. Γέλα μαζί του, το αξίζει και το αξίζεις.

Βαστάζος: Εγώ λέω να τον αφήσουμε εδώ για πάντα, ένα απομεινάρι του Μηδενός που το βάφτισε Θεό. Να έχουμε ένα ζωντανό παράδειγμα προς αποφυγήν.

Αξιωματικός: Είσαι αφελής. Τώρα δεν θα διδαχθεί τίποτα και κανένας από την παρουσία του. Το κακό έγινε. Η μίμησή του μόλυνε το αίμα μας.

Βαστάζος: Ιδού ο Άνθρωπος! Κατασκεύασμα της μοίρας, απαθής δούλος, ονειροπόλος κράχτης, το τέλος ντυμένο με σάρκα.

Αξιωματικός: Τελειώσαμε, ποιός είναι ο Επόμενος;

Βαστάζος: Υπάρχει επόμενος; Ας φύγουμε, οι φρουροί λείπουν.

Αξιωματικός: Ας μην καθυστερούμε, μείναμε τελευταίοι.

Βαστάζος: Απέμεινε τέλεια ακίνητος. Νομίζεις πως είναι χάρτινος. Αντίο κενό γράμμα, κενό σώμα, κενή εικόνα!
Μην κλάψεις, δυστυχώς υπάρχουν πουτάνες, φονιάδες, τοκογλύφοι που θα σε νοιαστούν…

Ο Άνθρωπος (μόνος στην σκηνή): Με κατάλαβαν. Φανερώθηκαν όλα και είμαι πια ένα βήμα πριν το τέλος. Τόσο αίμα (κοιτάζει με έκπληξη το σώμα του που έχει γεμίσει με αίμα) , αν δεν νιώσεις ποτέ ένα βίαιο σκίσιμο της σάρκας μπορεί και να μην το καταλάβεις ποτέ…πως είσαι σαν ένα φουσκωμένο ασκί γεμάτο από κρασί, που όταν αδειάζει είναι για πέταμα.

Όμως εκεί έξω με πιστεύουν κάποιοι ακόμα. Με ποιό τρόπο να πεθάνω ώστε να μου μείνουν κάποιοι αφιερωμένοι; Το ήξερα πως το κόλπο δεν θα πετύχαινε αιωνίως, αλλά αυτό το ψέμα ήταν αναγκαίο για πολλούς. Πρέπει να επιμείνω μέχρι θανάτου στο ίδιο κήρυγμα. Έτσι θα δημιουργήσω την υστεροφημία του θυσιασμένου, την αίγλη του εχθρού των Ρωμαίων, την ιερότητα που παίρνουν οι λόγοι όταν ο προφήτης τους περπατά στον κάτω κόσμο.

Καλά όλα αυτά, αλλά δεν βλέπω κανένα εκεί έξω…σαν ποτέ να μην υπήρξε ζωή στην πολιτεία. Έφυγαν όλοι; Και αν έφυγαν; Και όσοι με πίστεψαν και αυτοί που τους ετοιμάζω το σώμα μου για Ιδέα μέσα στους αιώνες; Tι θα γίνω; Ούτε φρουρός να με βασανίσει, άρχοντας να με γελοιοποιήσει, πλήθος να με απειλήσει, πιστός να μ΄ακολουθήσει..ως το θάνατο.

Κανείς, μόνος, η αυγή θα φωτίσει τα κάστρα των λόφων, τα πρόσωπα των φτωχών στις αγορές…τα πρόσωπα; Μα φύγανε όλοι, δεν έχω λόγο να ζήσω ως την αυγή, άντε να τελειώσει και το αίμα, να σωριαστώ σε κώμα, να βυθιστώ, με βλέπω ενώ πέφτω, με ακούω ενώ τα λόγια μου σβήνουν.

Ιδού ο Άνθρωπος, Εγώ ξανά άνθρωπος, ότι πάντοτε ήμουν. Πήγα να με ξεγελάσω και σχεδόν το πίστεψα. Τόσο δυνατός, τόσο αθάνατος, τόσο μάταιος έζησα.

Σβήνω…και δεν έχω γύρω μου τις στρατιές των εχθρών και δεν ανοίγουν από πάνω μου ουρανοί και δεν σκίζεται στα δυο η γη, σβήνω και δεν έχω να καλέσω παρά μόνο εμένα τη στιγμή του Θανάτου μου…Ιδού! Εγώ ο Άνθρωπος, τελευταίος-έτοιμος να αφομοιωθώ από το πηχτό σκότος, όπως όλοι οι προηγούμενοι.

(Πεθαίνει· Μπαίνει ο Βαστάζος του Αξιωματικού, στέκεται πάνω από το νεκρό σώμα, το φως πέφτει μόνο στο πρόσωπο του).

Βαστάζος: Μόλις κατάφερα να κρατήσω έξω όλους αυτούς τους ηλίθιους που τον πιστεύουν…αλλά μόνος του τέλειωσε και θα δουν την κατάντια του. Και αν νομίσουν πως τον σκότωσα; Τότε φρικτός πόνος θα με περιμένει, πρέπει να κερδίσω και εγώ κάτι μέσα από τον στρόβιλο της εξαφάνισης. Θα παρουσιαστώ ως ο τελευταίος εκλεκτός του. Γιατί όχι; Διάλεξε τον απλό βαστάζο, όπως διάλεξε πόρνες, τελώνες και ψαράδες. Το κήρυγμα πρέπει να συνεχιστεί.

Θα αφήσω το πλήθος να μπει μέσα, να ζητήσει εκδίκηση για το κουφάρι αυτό και πάνω του να πατήσω εγώ, ο επόμενος οδηγός τους. Μπράβο, καλή υπηρεσία προσέφερες έστω και σε αυτά τα χάλια (χτυπά κοροιδευτικά το μάγουλο του νεκρού-γυρίζει προς το μαύρο σκηνικό και φωνάζει):

Ανοίξτε τις Πύλες! Να έρθουν μέσα οι οπαδοί του, ο Άνθρωπος Πέθανε! Ζήτω ο Βαστάζος του!